Ἑκάβη
884 γῆς ὄχημα κἀπὶ γῆς ἔχων ἕδραν ,
885 ὅστις ποτ’ εἶ σύ , δυστόπαστος εἰδέναι ,
886 Ζεύς , εἴτ’ ἀνάγκη φύσεος εἴτε νοῦς βροτῶν ,
887 προσηυξάμην σε · πάντα γὰρ δι’ ἀψόφου
888 βαίνων κελεύθου κατὰ δίκην τὰ θνήτ’ ἄγεις .
Μενέλαος
889 τί δ’ ἔστιν ; εὐχὰς ὡς ἐκαίνισας θεῶν .
Ἑκάβη
890 αἰνῶ σε , Μενέλα’ , εἰ κτενεῖς δάμαρτα σήν .
891 ὁρᾶν δὲ τήνδε φεῦγε , μή σ’ ἕλῃ πόθῳ .
892 αἱρεῖ γὰρ ἀνδρῶν ὄμματ’ , ἐξαιρεῖ πόλεις ,
893 πίμπρησιν οἴκους · ὧδ’ ἔχει κηλήματα .
894 ἐγώ νιν οἶδα , καὶ σύ , χοἱ πεπονθότες .
Ἑλένη
895 Μενέλαε , φροίμιον μὲν ἄξιον φόβου
896 τόδ’ ἐστίν · ἐν γὰρ χερσὶ προσπόλων σέθεν
897 βίᾳ πρὸ τῶνδε δωμάτων ἐκπέμπομαι .
898 ἀτὰρ σχεδὸν μὲν οἶδά σοι μισουμένη ,
899 ὅμως δ’ ἐρέσθαι βούλομαι · γνῶμαι τίνες
900 Ἕλλησι καὶ σοὶ τῆς ἐμῆς ψυχῆς πέρι ;
Μενέλαος
901 οὐκ εἰς ἀκριβὲς ἦλθες , ἀλλ’ ἅπας στρατὸς
902 κτανεῖν ἐμοί σ’ ἔδωκεν , ὅνπερ ἠδίκεις .
Ἑλένη
903 ἔξεστιν οὖν πρὸς ταῦτ’ ἀμείψασθαι λόγῳ ,
904 ὡς οὐ δικαίως , ἢν θάνω , θανούμεθα ;
Μενέλαος
905 οὐκ ἐς λόγους ἐλήλυθ’ , ἀλλά σε κτενῶν .