Ταλθύβιος
1123 Ἑκάβη , νεὼς μὲν πίτυλος εἷς λελειμμένος
1124 λάφυρα τἀπίλοιπ’ Ἀχιλλείου τόκου
1125 μέλλει πρὸς ἀκτὰς ναυστολεῖν Φθιώτιδας ·
1126 αὐτὸς δ’ ἀνῆκται Νεοπτόλεμος , καινάς τινας
1127 Πηλέως ἀκούσας συμφοράς , ὥς νιν χθονὸς
1128 Ἄκαστος ἐκβέβληκεν , Πελίου γόνος .
1129 οὗ θᾶσσον οὕνεκ’ , χάριν μονῆς ἔχων ,
1130 φροῦδος , μετ’ αὐτοῦ δ’ Ἀνδρομάχη , πολλῶν ἐμοὶ
1131 δακρύων ἀγωγός , ἡνίκ’ ἐξώρμα χθονός ,
1132 πάτραν τ’ ἀναστένουσα καὶ τὸν Ἕκτορος
1133 τύμβον προσεννέπουσα . καί σφ’ ᾐτήσατο
1134 θάψαι νεκρὸν τόνδ’ , ὃς πεσὼν ἐκ τειχέων
1135 ψυχὴν ἀφῆκεν Ἕκτορος τοῦ σοῦ γόνος ·
1136 φόβον τ’ Ἀχαιῶν , χαλκόνωτον ἀσπίδα
1137 τήνδ’ , ἣν πατὴρ τοῦδ’ ἀμφὶ πλεύρ’ ἐβάλλετο ,
1138 μή νυν πορεῦσαι Πηλέως ἐφ’ ἑστίαν ,
1139 μηδ’ ἐς τὸν αὐτὸν θάλαμον , οὗ νυμφεύσεται
1140 μήτηρ νεκροῦ τοῦδ’ Ἀνδρομάχη , λύπας ὁρᾶν ,
1141 ἀλλ’ ἀντὶ κέδρου περιβόλων τε λαΐνων
1142 ἐν τῇδε θάψαι παῖδα · σὰς δ’ ἐς ὠλένας
1143 δοῦναι , πέπλοισιν ὡς περιστείλῃς νεκρὸν
1144 στεφάνοις θ’ , ὅση σοι δύναμις , ὡς ἔχει τὰ σά ·
1145 ἐπεὶ βέβηκε , καὶ τὸ δεσπότου τάχος
1146 ἀφείλετ’ αὐτὴν παῖδα μὴ δοῦναι τάφῳ .
1147 ἡμεῖς μὲν οὖν , ὅταν σὺ κοσμήσῃς νέκυν ,
1148 γῆν τῷδ’ ἐπαμπισχόντες ἀροῦμεν δόρυ ·
1149 σὺ δ’ ὡς τάχιστα πρᾶσσε τἀπεσταλμένα .
1150 ἑνὸς μὲν οὖν μόχθου σ’ ἀπαλλάξας ἔχω ·
1151 Σκαμανδρίους γὰρ τάσδε διαπερῶν ῥοὰς
1152 ἔλουσα νεκρὸν κἀπένιψα τραύματα .
1153 ἀλλ’ εἶμ’ ὀρυκτὸν τῷδ’ ἀναρρήξων τάφον ,
1154 ὡς σύντομ’ ἡμῖν τἀπ’ ἐμοῦ τε κἀπὸ σοῦ
1155 ἐς ἓν ξυνελθόντ’ οἴκαδ’ ὁρμήσῃ πλάτην .