Ἑκάβη
1156 θέσθ’ ἀμφίτορνον ἀσπίδ’ Ἕκτορος πέδῳ ,
1157 λυπρὸν θέαμα κοὐ φίλον λεύσσειν ἐμοί .
1158 μείζον’ ὄγκον δορὸς ἔχοντες φρενῶν ,
1159 τί τόνδ’ , Ἀχαιοί , παῖδα δείσαντες φόνον
1160 καινὸν διειργάσασθε ; μὴ Τροίαν ποτὲ
1161 πεσοῦσαν ὀρθώσειεν ; οὐδὲν ἦτ’ ἄρα ,
1162 ὅθ’ Ἕκτορος μὲν εὐτυχοῦντος ἐς δόρυ
1163 διωλλύμεσθα μυρίας τ’ ἄλλης χερός ,
1164 πόλεως δ’ ἁλούσης καὶ Φρυγῶν ἐφθαρμένων
1165 βρέφος τοσόνδ’ ἐδείσατ’ · οὐκ αἰνῶ φόβον ,
1166 ὅστις φοβεῖται μὴ διεξελθὼν λόγῳ .
1167 φίλταθ’ , ὥς σοι θάνατος ἦλθε δυστυχής .
1168 εἰ μὲν γὰρ ἔθανες πρὸ πόλεως , ἥβης τυχὼν
1169 γάμων τε καὶ τῆς ἰσοθέου τυραννίδος ,
1170 μακάριος ἦσθ’ ἄν , εἴ τι τῶνδε μακάριον ·
1171 νῦν δ’ αὔτ’ ἰδὼν μὲν γνούς τε σῇ ψυχῇ , τέκνον ,
1172 οὐκ οἶσθ’ , ἐχρήσω δ’ οὐδὲν ἐν δόμοις ἔχων .
1173 δύστηνε , κρατὸς ὥς σ’ ἔκειρεν ἀθλίως
1174 τείχη πατρῷα , Λοξίου πυργώματα ,
1175 ὃν πόλλ’ ἐκήπευσ’ τεκοῦσα βόστρυχον
1176 φιλήμασίν τ’ ἔδωκεν , ἔνθεν ἐκγελᾷ
1177 ὀστέων ῥαγέντων φόνος , ἵν’ αἰσχρὰ μὴ λέγω .
1178 χεῖρες , ὡς εἰκοὺς μὲν ἡδείας πατρὸς
1179 κέκτησθ’ , ἐν ἄρθροις δ’ ἔκλυτοι πρόκεισθέ μοι .
1180 πολλὰ κόμπους ἐκβαλὸν φίλον στόμα ,
1181 ὄλωλας , ἐψεύσω μ’ , ὅτ’ ἐσπίπτων πέπλους ,
1182 μῆτερ , ηὔδας , πολύν σοι βοστρύχων
1183 πλόκαμον κεροῦμαι , πρὸς τάφον θ’ ὁμηλίκων
1184 κώμους ἀπάξω , φίλα διδοὺς προσφθέγματα .
1185 σὺ δ’ οὐκ ἔμ’ , ἀλλ’ ἐγὼ σὲ τὸν νεώτερον ,
1186 γραῦς ἄπολις ἄτεκνος , ἄθλιον θάπτω νεκρόν .
1187 οἴμοι , τὰ πόλλ’ ἀσπάσμαθ’ αἵ τ’ ἐμαὶ τροφαὶ
1188 ὕπνοι τ’ ἐκεῖνοι φροῦδά μοι . τί καί ποτε
1189 γράψειεν ἄν σε μουσοποιὸς ἐν τάφῳ ;
1190 Τὸν παῖδα τόνδ’ ἔκτειναν Ἀργεῖοί ποτε
1191 δείσαντες ; αἰσχρὸν τοὐπίγραμμά γ’ Ἑλλάδι .
1192 ἀλλ’ οὖν πατρῴων οὐ λαχὼν ἕξεις ὅμως
1193 ἐν ταφήσῃ χαλκόνωτον ἰτέαν .
1194 καλλίπηχυν Ἕκτορος βραχίονα
1195 σῴζουσ’ , ἄριστον φύλακ’ ἀπώλεσας σέθεν .
1196 ὡς ἡδὺς ἐν πόρπακι σῷ κεῖται τύπος
1197 ἴτυός τ’ ἐν εὐτόρνοισι περιδρόμοις ἱδρώς ,
1198 ὃν ἐκ μετώπου πολλάκις πόνους ἔχων
1199 ἔσταζεν Ἕκτωρ προστιθεὶς γενειάδι .
1200 φέρετε , κομίζετ’ ἀθλίῳ κόσμον νεκρῷ
1201 ἐκ τῶν παρόντων · οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας
1202 δαίμων δίδωσιν · ὧν δ’ ἔχω , λήψῃ τάδε .
1203 θνητῶν δὲ μῶρος ὅστις εὖ πράσσειν δοκῶν
1204 βέβαια χαίρει · τοῖς τρόποις γὰρ αἱ τύχαι ,
1205 ἔμπληκτος ὡς ἄνθρωπος , ἄλλοτ’ ἄλλοσε
1206 πηδῶσι , κοὐδεὶς αὐτὸς εὐτυχεῖ ποτε .