12.48 δὲ μὴ γνοὺς ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας . παντὶ δὲ ἐδόθη πολύ , πολὺ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ , καὶ παρέθεντο πολύ , περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν .
12.49 Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν , καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη ;
12.50 βάπτισμα δὲ ἔχω βαπτισθῆναι , καὶ πῶς συνέχομαι ἕως ὅτου τελεσθῇ .
12.51 δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ ; οὐχί , λέγω ὑμῖν , ἀλλ’ διαμερισμόν .
12.52 ἔσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν ʹἑνὶ οἴκῳʹ διαμεμερισμένοι , τρεῖς ἐπὶ δυσὶν καὶ δύο ἐπὶ τρισίν ,
12.53 διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί , μήτηρ ἐπὶ θυγατέρα καὶ θυγάτηρ ἐπὶ ʹτὴν μητέραʹ , πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύμφην αὐτῆς καὶ νύμφη ἐπὶ τὴν πενθεράν .
12.54 Ἔλεγεν δὲ καὶ τοῖς ὄχλοις · Ὅταν ἴδητε νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἐπὶ δυσμῶν , εὐθέως λέγετε ὅτι Ὄμβρος ἔρχεται , καὶ γίνεται οὕτως ·
12.55 καὶ ὅταν νότον πνέοντα , λέγετε ὅτι Καύσων ἔσται , καὶ γίνεται .
12.56 ὑποκριταί , τὸ πρόσωπον τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ οἴδατε δοκιμάζειν , τὸν ʹδὲ καιρὸνʹ τοῦτον πῶς ʹοὐκ οἴδατε δοκιμάζεινʹ ;
12.57 Τί δὲ καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν οὐ κρίνετε τὸ δίκαιον ;
12.58 ὡς γὰρ ὑπάγεις μετὰ τοῦ ἀντιδίκου σου ἐπ’ ἄρχοντα , ἐν τῇ ὁδῷ δὸς ἐργασίαν ἀπηλλάχθαι ἀπ’ αὐτοῦ , μήποτε κατασύρῃ σε πρὸς τὸν κριτήν , καὶ κριτής σε παραδώσει τῷ πράκτορι , καὶ πράκτωρ σε βαλεῖ εἰς φυλακήν .
12.59 λέγω σοι , οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ʹκαὶ τὸʹ ἔσχατον λεπτὸν ἀποδῷς .