17.27 ἤσθιον , ἔπινον , ἐγάμουν , ἐγαμίζοντο , ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθεν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν , καὶ ἦλθεν κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν πάντας .
17.28 ὁμοίως καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ · ἤσθιον , ἔπινον , ἠγόραζον , ἐπώλουν , ἐφύτευον , ᾠκοδόμουν ·
17.29 δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθεν Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων , ἔβρεξεν πῦρ καὶ θεῖον ἀπ’ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν πάντας .
17.30 κατὰ ʹτὰ αὐτὰʹ ἔσται ἡμέρᾳ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται .
17.31 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ , μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά , καὶ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω .
17.32 μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ .
17.33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ περιποιήσασθαι ἀπολέσει αὐτήν , ʹὃς δ’ ἂνʹ ἀπολέσῃ ζῳογονήσει αὐτήν .
17.34 λέγω ὑμῖν , ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ κλίνης μιᾶς , εἷς παραλημφθήσεται καὶ ἕτερος ἀφεθήσεται ·
17.35 ʹἔσονται δύοʹ ἀλήθουσαι ἐπὶ τὸ αὐτό , μία παραλημφθήσεται ʹἡ δὲʹ ἑτέρα ἀφεθήσεται .
17.37 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ · Ποῦ , κύριε ; δὲ εἶπεν αὐτοῖς · Ὅπου τὸ σῶμα , ἐκεῖ ʹκαὶ οἱ ἀετοὶ ἐπισυναχθήσονταιʹ .