1.10.2 οἶδα ἐγὼ πρεσβύτερον ἄνθρωπον ἐμοῦ τὸν νῦν ἐπὶ τοῦ σίτου ὄντα ἐν Ῥώμῃ , ὅτε ταύτῃ παρῆγεν ἀπὸ τῆς φυγῆς ἀναστρέφων , οἷα εἶπέν μοι , κατατρέχων τοῦ προτέρου ἑαυτοῦ βίου καὶ περὶ τῶν ἑξῆς ἐπαγγελλόμενος , ὅτι ἄλλο οὐδὲν ἀναβὰς σπουδάσει ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἀταραξίᾳ διεξαγαγεῖν τὸ λοιπὸν τοῦ βίου · πόσον γὰρ ἔτι ἐστὶν ἐμοὶ τὸ λοιπόν ;
1.10.3 κἀγὼ ἔλεγον αὐτῷ ὅτι οὐ ποιήσεις , ἀλλʹ ὀσφρανθεὶς μόνον τῆς Ῥώμης ἁπάντων τούτων ἐπιλήσῃ . ἂν δὲ καὶ εἰς αὐλὴν πάροδός τις δίδωται , ὅτι χαίρων καὶ τῷ θεῷ εὐχαριστῶν ὤσεται .
1.10.4 ἄν μʹ εὕρῃς , ἔφη , Ἐπίκτητε , τὸν ἕτερον πόδα εἰς τὴν αὐλὴν τιθέντα , βούλει ὑπολάμβανε .
1.10.5 νῦν οὖν τί ἐποίησεν ; πρὶν ἐλθεῖν εἰς τὴν Ῥώμην , ἀπήντησαν αὐτῷ παρὰ Καίσαρος πινακίδες · δὲ λαβὼν πάντων ἐκείνων ἐξελάθετο καὶ λοιπὸν ἓν ἐξ ἑνὸς ἐπισεσώρευκεν .
1.10.6 ἤθελον αὐτὸν νῦν παραστὰς ὑπομνῆσαι τῶν λόγων , οὓς ἔλεγεν παρερχόμενος , καὶ εἰπεῖν ὅτι πόσῳ σοῦ ἐγὼ κομψότερος μάντις εἰμί .
1.10.7 τί οὖν ; ἐγὼ λέγω , ὅτι ἄπρακτόν ἐστι τὸ ζῷον ; μὴ γένοιτο . ἀλλὰ διὰ τί ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν πρακτικοί ; εὐθὺς ἐγὼ πρῶτος ,
1.10.8 ὅταν ἡμέρα γένηται , μικρὰ ὑπομιμνῄσκομαι , τίνα ἐπαναγνῶναί με δεῖ . εἶτα εὐθὺς ἐμαυτῷ · τί δέ μοι καὶ μέλει πῶς δεῖνα ἀναγνῷ ; πρῶτόν ἐστιν , ἵνα ἐγὼ κοιμηθῶ .