1.11.4 — ἀλλʹ ἐγώ , ἔφη , οὕτως ἀθλίως ἔχω περὶ τὰ παιδάρια , ὥστε πρῴην νοσοῦντός μου τοῦ θυγατρίου καὶ δόξαντος κινδυνεύειν οὐχ ὑπέμεινα οὐδὲ παρεῖναι αὐτῷ νοσοῦντι , φυγὼν δʹ ᾠχόμην , μέχρις οὗ προσήγγειλέ τις μοι ὅτι ἔχει καλῶς .
1.11.5 — τί οὖν ; ὀρθῶς φαίνει σαυτῷ ταῦτα πεποιηκέναι ; — φυσικῶς , ἔφη . — ἀλλὰ μὴν τοῦτό με πεῖσον , ἔφη , σύ , διότι φυσικῶς , καὶ ἐγώ σε πείσω , ὅτι πᾶν τὸ κατὰ φύσιν γινόμενον ὀρθῶς γίνεται .
1.11.6 — τοῦτο , ἔφη , πάντες ἢ οἵ γε πλεῖστοι πατέρες πάσχομεν . — οὐδʹ ἐγώ σοι ἀντιλέγω , ἔφη , ὅτι οὐ γίνεται , τὸ δʹ ἀμφισβητούμενον ἡμῖν ἐκεῖνό ἐστιν , εἰ ὀρθῶς .
1.11.7 ἐπεὶ τούτου γʹ ἕνεκα καὶ τὰ φύματα δεῖ λέγειν ἐπʹ ἀγαθῷ γίνεσθαι τοῦ σώματος , ὅτι γίνεται , καὶ ἁπλῶς τὸ ἁμαρτάνειν εἶναι κατὰ φύσιν , ὅτι πάντες σχεδὸν ἢ οἵ γε πλεῖστοι ἁμαρτάνομεν .
1.11.8 δεῖξον οὖν μοι σύ , πῶς κατὰ φύσιν ἐστίν . — οὐ δύναμαι , ἔφη · ἀλλὰ σύ μοι μᾶλλον δεῖξον , πῶς οὐκ ἔστι κατὰ φύσιν οὐδʹ ὀρθῶς γίνεται .
1.11.9 — καὶ ὅς · ἀλλʹ εἰ ἐζητοῦμεν , ἔφη , περὶ λευκῶν καὶ μελάνων , ποῖον ἂν κριτήριον παρεκαλοῦμεν πρὸς διάγνωσιν αὐτῶν ; — τὴν ὅρασιν , ἔφη . — τί δʹ εἰ περὶ θερμῶν καὶ ψυχρῶν καὶ σκληρῶν καὶ μαλακῶν , ποῖόν τι ; — τὴν ἁφήν . — οὐκοῦν ,