1.17.20 ἔρχομαι τοίνυν ἐπὶ τὸν ἐξηγητὴν τοῦτον καὶ θύτην καὶ λέγω ὅτι ἐπίσκεψαί μοι τὰ σπλάγχνα , τί μοι σημαίνεται .
1.17.21 λαβὼν καὶ ἀναπτύξας ἐκεῖνος ἐξηγεῖται ὅτι ἄνθρωπε , προαίρεσιν ἔχεις ἀκώλυτον φύσει καὶ ἀνανάγκαστον . τοῦτο ἐνταῦθα ἐν τοῖς σπλάγχνοις γέγραπται .
1.17.22 δείξω σοι αὐτὸ πρῶτον ἐπὶ τοῦ συγκαταθετικοῦ τόπου . μή τίς σε κωλῦσαι δύναται ἐπινεῦσαι ἀληθεῖ ; οὐδὲ εἷς . μή τίς σε ἀναγκάσαι δύναται παραδέξασθαι τὸ ψεῦδος ;
1.17.23 οὐδὲ εἷς . ὁρᾷς ὅτι ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τὸ προαιρετικὸν ἔχεις ἀκώλυτον ἀνανάγκαστον ἀπαραπόδιστον ;
1.17.24 ἄγε ἐπὶ δὲ τοῦ ὀρεκτικοῦ καὶ ὁρμητικοῦ ἄλλως ἔχει ; καὶ τίς ὁρμὴν νικῆσαι δύναται ἄλλη ὁρμή ; τίς δʹ ὄρεξιν καὶ ἔκκλισιν ἄλλη ὄρεξις καὶ ἔκκλισις ;
1.17.25 ἄν μοι , φησί , προσάγῃ θανάτου φόβον , ἀναγκάζει με . οὐ τὸ προσαγόμενον , ἀλλʹ ὅτι δοκεῖ σοι κρεῖττον εἶναι ποιῆσαί τι τούτων ἀποθανεῖν .
1.17.26 πάλιν οὖν τὸ σὸν δόγμα σε ἠνάγκασεν , τοῦτʹ ἔστι προαίρεσιν προαίρεσις .
1.17.27 εἰ γὰρ τὸ ἴδιον μέρος , ἡμῖν ἔδωκεν ἀποσπάσας θεός , ὑπʹ αὐτοῦ ὑπʹ ἄλλου τινὸς κωλυτὸν ἀναγκαστὸν κατεσκευάκει , οὐκέτι ἂν ἦν θεὸς οὐδʹ ἐπεμελεῖτο ἡμῶν ὃν δεῖ τρόπον .
1.17.28 ταῦτα εὑρίσκω , φησίν , ἐν τοῖς ἱεροῖς . ταῦτά σοι σημαίνεται . ἐὰν θέλῃς , ἐλεύθερος εἶ · ἐὰν θέλῃς , μέμψῃ οὐδένα , ἐγκαλέσεις οὐδενί , πάντα κατὰ γνώμην ἔσται ἅμα τὴν σὴν καὶ τὴν τοῦ θεοῦ .