1.18.15 κἀγὼ πρῴην σιδηροῦν λύχνον ἔχων παρὰ τοῖς θεοῖς ἀκούσας ψόφον τῆς θυρίδος κατέδραμον . εὗρον ἡρπασμένον τὸν λύχνον . ἐπελογισάμην , ὅτι ἔπαθέν τι ἄρας οὐκ ἀπίθανον . τί οὖν ; αὔριον , φημί , ὀστράκινον εὑρήσεις .
1.18.16 ἐκεῖνα γὰρ ἀπολλύει , ἔχει . ἀπώλεσά μου τὸ ἱμάτιον . εἶχες γὰρ ἱμάτιον . ἀλγῶ τὴν κεφαλήν . μή τι κέρατα ἀλγεῖς ; τί οὖν ἀγανακτεῖς ; τούτων γὰρ αἱ ἀπώλειαι , τούτων οἱ πόνοι , ὧν καὶ αἱ κτήσεις .
1.18.17 ἀλλʹ τύραννος δήσει . τί ; τὸ σκέλος . ἀλλʹ ἀφελεῖ . τί ; τὸν τράχηλον . τί οὖν οὐ δήσει οὐδʹ ἀφελεῖ ; τὴν προαίρεσιν . διὰ τοῦτο παρήγγελλον οἱ παλαιοὶ τὸ Γνῶθι σαυτόν .
1.18.18 τί οὖν ; ἔδει νὴ τοὺς θεοὺς μελετᾶν ἐπὶ τῶν μικρῶν καὶ ἀπʹ ἐκείνων ἀρχομένους διαβαίνειν ἐπὶ τὰ μείζω .
1.18.19 κεφαλὴν ἀλγῶ . οἴμοι μὴ λέγε . ὠτίον ἀλγῶ . οἴμοι μὴ λέγε . καὶ οὐ λέγω ὅτι οὐ δέδοται στενάξαι , ἀλλὰ ἔσωθεν μὴ στενάξῃς . μηδʹ ἂν βραδέως τὸν ἐπίδεσμον παῖς φέρῃ , κραύγαζε καὶ σπῶ καὶ λέγε πάντες με μισοῦσιν . τίς γὰρ μὴ μισήσῃ τὸν τοιοῦτον ;
1.18.20 τούτοις τὸ λοιπὸν πεποιθὼς τοῖς δόγμασιν ὀρθὸς περιπάτει , ἐλεύθερος , οὐχὶ τῷ μεγέθει πεποιθὼς τοῦ σώματος ὥσπερ ἀθλητής · οὐ γὰρ ὡς ὄνον ἀήττητον εἶναι .