1.19.9 οὐκ ἐπιστρέφομαι . ἐγώ σοι δείξω ὅτι κύριός εἰμι . πόθεν σύ ; ἐμὲ ὁ Ζεὺς ἐλεύθερον ἀφῆκεν . ἢ δοκεῖς ὅτι ἔμελλεν τὸν ἴδιον υἱὸν ἐᾶν καταδουλοῦσθαι ; τοῦ νεκροῦ δέ μου κύριος εἶ , λάβε αὐτόν .
1.19.10 ὥσθʹ ὅταν μοι προσίῃς , ἐμὲ οὐ θεραπεύεις ; οὐ · ἀλλʹ ἐμαυτόν . εἰ δὲ θέλεις με λέγειν ὅτι καὶ σέ , λέγω σοι οὕτως ὡς τὴν χύτραν .
1.19.11 τοῦτο οὐκ ἔστιν φίλαυτον · γέγονε γὰρ οὕτως τὸ ζῷον · αὑτοῦ ἕνεκα πάντα ποιεῖ . καὶ γὰρ ὁ ἥλιος αὑτοῦ ἕνεκα πάντα ποιεῖ καὶ τὸ λοιπὸν αὐτὸς ὁ Ζεύς .
1.19.12 ἀλλʹ ὅταν θέλῃ εἶναι Ὑέτιος καὶ Ἐπικάρπιος καὶ πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε , ὁρᾷς ὅτι τούτων τῶν ἔργων καὶ τῶν προσηγοριῶν οὐ δύναται τυχεῖν , ἂν μὴ εἰς τὸ κοινὸν ὠφέλιμος ᾖ .
1.19.13 καθόλου τε τοιαύτην τὴν φύσιν τοῦ λογικοῦ ζῴου κατεσκεύασεν , ἵνα μηδενὸς τῶν ἰδίων ἀγαθῶν δύνηται τυγχάνειν , ἂν μή τι εἰς τὸ κοινὸν ὠφέλιμον προσφέρηται .
1.19.14 οὕτως οὐκέτι ἀκοινώνητον γίνεται τὸ πάντα αὑτοῦ ἕνεκα ποιεῖν .
1.19.15 ἐπεὶ τί ἐκδέχῃ ; ἵνα τις ἀποστῇ αὑτοῦ καὶ τοῦ ἰδίου συμφέροντος ; καὶ πῶς ἔτι μία καὶ ἡ αὐτὴ ἀρχὴ πᾶσιν ἔσται ἡ πρὸς αὐτὰ οἰκείωσις ;
1.19.16 τί οὖν ; ὅταν ὑπῇ δόγματα ἀλλόκοτα περὶ τῶν ἀπροαιρέτων πὡς ὄντων ἀγαθῶν καὶ κακῶν , πᾶσα ἀνάγκη θεραπεύει