1.19.17 ν τοὺς τυράννους . ὤφελον γὰρ τοὺς τυράννους μόνον , τοὺς κοιτωνίτας δʹ οὔ . πῶς δὲ καὶ φρόνιμος γίνεται ἐξαίφνης ἄνθρωπος , ὅταν Καῖσαρ αὐτὸν ἐπὶ τοῦ λασάνου ποιήσῃ · πῶς εὐθὺς λέγομεν φρονίμως μοι λελάληκεν Φηλικίων .
1.19.18 ἤθελον αὐτὸν ἀποβληθῆναι τοῦ κοπρῶνος , ἵνα πάλιν ἄφρων σοι δοκῇ .
1.19.19 εἶχέν τινα Ἐπαφρόδιτος σκυτέα , ὃν διὰ τὸ ἄχρηστον εἶναι ἐπώλησεν . εἶτα ἐκεῖνος κατά τινα δαίμονα ἀγορασθεὶς ὑπό τινος τῶν Καισαριανῶν τοῦ Καίσαρος σκυτεὺς ἐγένετο . εἶδες ἂν πῶς αὐτὸν ἐτίμα Ἐπαφρόδιτος ·
1.19.20 τί πράσσει Φηλικίων ἀγαθός ;
1.19.21 φιλῶ σε . εἶτα εἴ τις ἡμῶν ἐπύθετο τί ποιεῖ αὐτός ; ἐλέγετο ὅτι μετὰ Φηλικίωνος βουλεύεται περί τινος .
1.19.22 οὐχὶ γὰρ πεπράκει αὐτὸν ὡς ἄχρηστον ; τίς οὖν αὐτὸν ἄφνω φρόνιμον ἐποίησεν ;
1.19.23 τοῦτʹ ἔστι τὸ τιμᾶν ἄλλο τι τὰ προαιρετικά .
1.19.24 ἠξίωται δημαρχίας . πάντες οἱ ἀπαντῶντες συνήδονται · ἄλλος τοὺς ὀφθαλμοὺς καταφιλεῖ , ἄλλος τὸν τράχηλον , οἱ δοῦλοι τὰς χεῖρας . ἔρχεται εἰς οἶκον , εὑρίσκει λύχνους ἁπτομένους . ἀναβαίνει εἰς τὸ Καπιτώλιον , ἐπιθύει .
1.19.25 τίς οὖν πώποτε ὑπὲρ τοῦ ὀρεχθῆναι καλῶς ἔθυσεν ; ὑπὲρ τοῦ ὁρμῆσαι κατὰ φύσιν ; ἐκεῖ γὰρ καὶ θεοῖς εὐχαριστοῦμεν , ὅπου τὸ ἀγαθὸν τιθέμεθα .
1.19.26 σήμερόν τις ὑπὲρ ἱερωσύνης ἐλάλει μοι τοῦ Αὐγούστου . λέγω αὐτῷ ἄνθρωπε , ἄφες τὸ πρᾶγμα · δαπανήσεις πολλὰ εἰς οὐδέν .
1.19.27 ἀλλʹ οἱ τὰς φὠνάς , φησί , γράφοντες γράψουσι τὸ ἐμὸν ὄνομα . μή τι οὖν σὺ τοῖς ἀναγιγνώσκουσι λέγεις παρών · ἐμὲ γεγράφασιν ;