1.25.11 μαι . ἔρχου . ἔρχομαι . ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν ὑποθετικῶν λόγων ἀναστρεφόμεθα , οὕτως δεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ βίου . ἔστω νύξ . ἔστω . τί οὖν ; ἡμέρα ἐστίν ; οὔ · ἔλαβον γὰρ ὑπόθεσιν τοῦ νύκτα εἶναι .
1.25.12 ἔστω σε ὑπολαμβάνειν ὅτι νύξ ἐστιν . ἔστω . ἀλλὰ καὶ ὑπόλαβε ὅτι νύξ ἐστιν . οὐκ ἀκολουθεῖ τῇ ὑποθέσει .
1.25.13 οὕτως καὶ ἐνταῦθα . ἔστω σε εἶναι δυστυχῆ . ἔστω . ἆρʹ οὖν ἀτυχὴς εἶ ; ναί . τί οὖν ; κακοδαιμονεῖς ; ναί . ἀλλὰ καὶ ὑπόλαβε ὅτι ἐν κακοῖς εἶ . οὐκ ἀκολουθεῖ τῇ ὑποθέσει · καὶ ἄλλος με κωλύει .
1.25.14 μέχρι πόσου οὖν ὑπακουστέον τοῖς τοιούτοις ; μέχρις ἂν οὗ λυσιτελῇ , τοῦτο δʹ ἔστιν μέχρις ἂν οὗ σῴζω τὸ πρέπον καὶ κατάλληλον .
1.25.15 λοιπὸν οἱ μέν εἰσι κακαύστηροι καὶ κακοστόμαχοι καὶ λέγουσιν ἐγὼ οὐ δύναμαι παρὰ τούτῳ δειπνεῖν , ἵνʹ αὐτοῦ ἀνέχομαι καθʹ ἡμέραν διηγουμένου , πῶς ἐν Μυσίᾳ ἐπολέμησεν · διηγησάμην σοι , ἀδελφέ , πῶς ἐπὶ τὸν λόφον ἀνέβην · πάλιν ἄρχομαι πολιορκεῖσθαι .
1.25.16 ἄλλος λέγει ἐγὼ δειπνῆσαι θέλω μᾶλλον καὶ ἀκούειν αὐτοῦ ὅσα θέλει ἀδολεσχοῦντος .
1.25.17 καὶ σὺ σύγκρινε ταύτας τὰς ἀξίας · μόνον μηδὲν βαρούμενος ποίει , μὴ θλιβόμενος μηδʹ ὑπολαμβάνων ἐν κακοῖς εἶναι · τοῦτο γὰρ οὐδείς σε ἀναγκάζει .
1.25.18 καπνὸν πεποίηκεν ἐν τῷ οἰκήματι ; ἂν μέτριον , μενῶ · ἂν λίαν πολύν , ἐξέρχομαι . τούτου γὰρ μεμνῆσθαι καὶ κρατεῖν , ὅτι θύρα ἤνοικται .