1.25.19 ἀλλὰ μὴ οἴκει ἐν Νικοπόλει . οὐκ οἰκῶ . μηδʹ ἐν Ἀθήναις . οὐδʹ ἐν Ἀθήναις . μηδʹ ἐν Ῥώμῃ . οὐδʹ ἐν Ῥώμῃ . ἐν Γυάροις οἴκει . οἰκῶ . ἀλλὰ πολύς μοι καπνὸς φαίνεται τὸ ἐν Γυάροις οἰκεῖν .
1.25.20 ἀποχωρῶ , ὅπου μʹ οὐδεὶς κωλύσει οἰκεῖν · ἐκείνη γὰρ οἴκησις παντὶ ἤνοικται .
1.25.21 καὶ τὸ τελευταῖον χιτωνάριον , τοῦτʹ ἔστι τὸ σωμάτιον , τούτου ἀνωτέρω οὐδενὶ οὐδὲν εἰς ἐμὲ ἔξεστιν .
1.25.22 διὰ τοῦτο Δημήτριος εἶπεν τῷ Νέρωνι
1.25.23 ἀπειλεῖς μοι θάνατον , σοὶ δʹ φύσις . ἂν δὲ τὸ σωμάτιον θαυμάσω , δοῦλον ἐμαυτὸν παραδέδωκα · ἂν τὸ κτησείδιον , δοῦλον .
1.25.24 εὐθὺς γὰρ ἐμαὐτὸς κατʹ ἐμαυτοῦ δηλῶ , τίνι ἁλωτός εἰμι . ὡς ὄφις ἐὰν συσπᾷ τὴν κεφαλήν , λέγω ἐκεῖνο αὐτοῦ τύπτε φυλάσσει . καὶ σὺ γίγνωσκε , ὅτι ἂν φυλάσσειν ἐθέλῃς , κατʹ ἐκεῖνο ἐπιβήσεταί σοι κύριος .
1.25.25 τούτων μεμνημένος τίνα ἔτι κολακεύσεις φοβήσῃ ; ἀλλὰ θέλω καθῆσθαι ὅπου οἱ συγκλητικοί .
1.25.26 ὁρᾷς ὅτι σὺ σαυτῷ στενοχωρίαν παρέχεις , σὺ σαυτὸν θλίβεις ;
1.25.27 πῶς οὖν ἄλλως θεωρήσω καλῶς ἐν τῷ ἀμφιθεάτρῳ ; ἄνθρωπε , καὶ μὴ θεώρει καὶ οὐ μὴ θλιβῇς . τί πράγματα ἔχεις ; μικρὸν ἔκδεξαι καὶ ἀχθείσης τῆς θεωρίας κάθισον εἰς τοὺς τῶν συγκλητικῶν τόπους καὶ ἡλιάζου .
1.25.28 καθόλου γὰρ ἐκείνου μέμνησο , ὅτι ἑαυτοὺς θλίβομεν , ἑαυτοὺς στενοχωροῦμεν , τοῦτʹ ἔστιν τὰ δόγματα ἡμᾶς θλίβει καὶ στενοχωρεῖ .