1.29.16 ἀνδράποδον , τί λέγεις τὸ Σωκράτης ; ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα λέγε · ἵνʹ οὖν τὸ Σωκράτους σωμάτιον ἀπαχθῇ καὶ συρῇ ὑπὸ τῶν ἰσχυροτέρων εἰς δεσμωτήριον καὶ κώνειόν τις δῷ τῷ σωματίῳ τῷ Σωκράτους κἀκεῖνο ἀποψυγῇ ;
1.29.17 ταῦτά σοι φαίνεται θαυμαστά , ταῦτα ἄδικα , ἐπὶ τούτοις ἐγκαλεῖς τῷ θεῷ ; οὐδὲν οὖν εἶχε Σωκράτης ἀντὶ τούτων ; ποῦ ἦν οὐσία αὐτῷ τοῦ ἀγαθοῦ ;
1.29.18 τίνι προσσχῶμεν ; σοὶ αὐτῷ ; καὶ τί λέγει ἐκεῖνος ; ἐμὲ δʹ Ἄνυτος καὶ Μέλητος ἀποκτεῖναι μὲν δύνανται , βλάψαι δʹ οὔ . καὶ πάλιν εἰ ταύτῃ τῷ θεῷ φίλον , ταύτῃ γινέσθω .
1.29.19 ἀλλὰ δεῖξον ὅτι χείρονα ἔχων δόγματα κρατεῖ τοῦ κρείττονος ἐν δόγμασιν . οὐ δείξεις · οὐδʹ ἐγγύς . νόμος γὰρ τῆς φύσεως . καὶ τοῦ θεοῦ οὗτος τὸ κρεῖσσον ἀεὶ περιγινέσθω τοῦ χείρονος . ἐν τίνι ; ἐν κρεῖσσόν ἐστιν .
1.29.20 σῶμα σώματος ἰσχυρότερον , οἱ πλείονες τοῦ ἑνός , κλέπτης τοῦ μὴ κλέπτου .
1.29.21 διὰ τοῦτο κἀγὼ τὸν λύχνον ἀπώλεσα , ὅτι ἐν τῷ ἀγρυπνεῖν μου κρείσσων ἦν κλέπτης . ἀλλʹ ἐκεῖνος τοσούτου ὠνήσατο λύχνον · ἀντὶ λύχνου κλέπτης ἐγένετο , ἀντὶ λύχνου ἄπιστος , ἀντὶ λύχνου θηριώδης . τοῦτο ἔδοξεν αὐτῷ λυσιτελεῖν .
1.29.22 ἔστω · ἀλλʹ εἴληπταί μού τις τοῦ ἱματίου καὶ ἕλκει μʹ εἰς τὴν ἀγοράν , εἶτα ἐπικραυγάζουσιν ἄλλοι φιλόσοφε , τί σε ὠφέληκε τὰ δόγματα ; ἰδοὺ σύρῃ εἰς τὸ δεσμωτήριον , ἰδοὺ μέλλεις τραχηλοκοπεῖσθαι .