2.1.24 βούλεσθε ζῆν φοβούμενοι , βούλεσθε λυπούμενοι , βούλεσθε ταρασσόμενοι ; οὐδαμῶς . οὐδεὶς ἄρα οὔτε φοβούμενος οὔτε λυπούμενος οὔτε ταρασσόμενος ἐλεύθερός ἐστιν , ὅστις δʹ ἀπήλλακται λυπῶν καὶ φόβων καὶ ταραχῶν , οὗτος τῇ αὐτῇ ὁδῷ καὶ τοῦ δουλεύειν ἀπήλλακται .
2.1.25 πῶς οὖν ἔτι ὑμῖν πιστεύσομεν , φίλτατοι νομοθέται ; οὐκ ἐπιτρέπομεν παιδεύεσθαι , εἰ μὴ τοῖς ἐλευθέροις ; οἱ φιλόσοφοι γὰρ λέγουσιν ὅτι οὐκ ἐπιτρέπομεν ἐλευθέροις εἶναι εἰ μὴ τοῖς πεπαιδευμένοις , τοῦτό ἐστιν θεὸς οὐκ ἐπιτρέπει .
2.1.26 ὅταν οὖν στρέψῃ τις ἐπὶ στρατηγοῦ τὸν αὑτοῦ δοῦλον , οὐδὲν ἐποίησεν ; ἐποίησεν . τί ; ἔστρεψεν τὸν αὑτοῦ δοῦλον ἐπὶ στρατηγοῦ . ἄλλο οὐδέν ; ναί · καὶ εἰκοστὴν αὐτοῦ δοῦναι ὀφείλει .
2.1.27 τί οὖν ; ταῦτα παθὼν οὐ γέγονεν ἐλεύθερος ; οὐ μᾶλλον ἀτάραχος .
2.1.28 ἐπεὶ σὺ ἄλλους στρέφειν δυνάμενος οὐδένα ἔχεις κύριον ; οὐκ ἀργύριον , οὐ κοράσιον , οὐ παιδάριον , οὐ τὸν τύραννον , οὐ φίλον τινὰ τοῦ τυράννου ; τί οὖν τρέμεις ἐπί τινα τοιαύτην ἀπιὼν περίστασιν ; διὰ τοῦτο λέγω πολλάκις
2.1.29 ταῦτα μελετᾶτε καὶ ταῦτα πρόχειρα ἔχετε , πρὸς τίνα δεῖ τεθαρρηκέναι καὶ πρὸς τίνα εὐλαβῶς διακεῖσθαι , ὅτι πρὸς τὰ ἀπροαίρετα θαρρεῖν , εὐλαβεῖσθαι τὰ προαιρετικά .
2.1.30 ἀλλʹ οὐκ ἀνέγνων σοι οὐδʹ ἔγνως τί ποιῶ .