2.1.16 τί γάρ ἐστι παιδίον ; ἄγνοια . τί ἐστι παιδίον ; ἀμαθία . ἐπεὶ ὅπου οἶδεν , κἀκεῖνα οὐδὲν ἡμῶν ἔλαττον ἔχει .
2.1.17 θάνατος τί ἐστιν ; μορμολύκειον . στρέψας αὐτὸ κατάμαθε · ἰδοῦ , πῶς οὐ δάκνει . τὸ σωμάτιον δεῖ χωρισθῆναι τοῦ πνευματίου , ὡς πρότερον ἐκεχώριστο , νῦν ὕστερον . τί οὖν ἀγανακτεῖς , εἰ νῦν ; εἰ γὰρ μὴ νῦν , ὕστερον .
2.1.18 διὰ τί ; ἵνα περίοδος ἀνύηται τοῦ κόσμου · χρείαν γὰρ ἔχει τῶν μὲν ἐνισταμένων , τῶν δὲ μελλόντων , τῶν δʹ ἠνυσμένων .
2.1.19 πόνος τί ἐστιν ; μορμολύκειον . στρέψον αὐτὸ καὶ κατάμαθε . τραχέως κινεῖται τὸ σαρκίδιον , εἶτα πάλιν λείως . ἄν σοι μὴ λυσιτελῇ , θύρα ἤνοικται · ἂν λυσιτελῇ , φέρε .
2.1.20 πρὸς πάντα γὰρ ἠνοῖχθαι δεῖ τὴν θύραν · καὶ πρᾶγμα οὐκ ἔχομεν .
2.1.21 τίς οὖν τούτων τῶν δογμάτων καρπός ; ὅνπερ δεῖ κάλλιστόν τʹ εἶναι καὶ πρεπωδέστατον τοῖς τῷ ὄντι παιδευομένοις , ἀταραξία ἀφοβία ἐλευθερία .
2.1.22 οὐ γὰρ τοῖς πολλοῖς περὶ τούτων πιστευτέον , οἳ λέγουσιν μόνοις ἐξεῖναι παιδεύεσθαι τοῖς ἐλευθέροις , ἀλλὰ τοῖς φιλοσόφοις μᾶλλον , οἳ λέγουσι μόνους τοὺς παιδευθέντας ἐλευθέρους εἶναι .
2.1.23 πῶς τοῦτο ; οὕτως · νῦν ἄλλο τί ἐστιν ἐλευθερία τὸ ἐξεῖναι ὡς βουλόμεθα διεξάγειν ; οὐδέν . λέγετε δή μοι , ἄνθρωποι , βούλεσθε ζῆν ἁμαρτάνοντες ; οὐ βουλόμεθα . οὐδεὶς τοίνυν ἁμαρτάνων ἐλεύθερός ἐστιν .