2.7.10 τί οὖν ; δεῖ δίχα ὀρέξεως ἔρχεσθαι καὶ ἐκκλίσεως , ὡς ὁδοιπόρος πυνθάνεται παρὰ τοῦ ἀπαντήσαντος , ποτέραν τῶν ὁδῶν φέρει , οὐκ ἔχων ὄρεξιν πρὸς τὸ τὴν δεξιὰν μᾶλλον φέρειν τὴν ἀριστεράν · οὐ γὰρ τούτων τινὰ ἀπελθεῖν θέλει , ἀλλὰ τὴν φέρουσαν .
2.7.11 οὕτως ἔδει καὶ ἐπὶ τὸν θεὸν ἔρχεσθαι ὡς ὁδηγόν , ὡς τοῖς ὀφθαλμοῖς χρώμεθα , οὐ παρακαλοῦντες αὐτοὺς ἵνα τὰ τοιαῦτα μᾶλλον ἡμῖν δεικνύωσιν , ἀλλʹ οἷα ἐνδείκνυνται τούτων τὰς φαντασίας δεχόμενοι .
2.7.12 νῦν δὲ τρέμοντες τὸ ὀρνιθάριον κρατοῦμεν καὶ τὸν θεὸν ἐπικαλούμενοι δεόμεθα αὐτοῦ ·
2.7.13 κύριε , ἐλέησον · ἐπίτρεψόν μοι ἐξελθεῖν . ἀνδράποδον , ἄλλο γάρ τι θέλεις τὸ ἄμεινον ; ἄλλο οὖν τι ἄμεινον τὸ τῷ θεῷ δοκοῦν ;
2.7.14 τί τὸ ὅσον ἐπὶ σοὶ διαφθείρεις τὸν κριτήν , παράγεις τὸν σύμβουλον ;
2.8.head τίς οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ .
2.8.1 θεὸς ὠφέλιμος · ἀλλὰ καὶ τἀγαθὸν ὠφέλιμον . εἰκὸς οὖν , ὅπου οὐσία τοῦ θεοῦ , ἐκεῖ εἶναι καὶ τὴν τοῦ ἀγαθοῦ .
2.8.2 τίς οὖν οὐσία θεοῦ ; σάρξ ; μὴ γένοιτο . ἀγρός ; μὴ γένοιτο . φήμη ; μὴ γένοιτο . νοῦς , ἐπιστήμη , λόγος ὀρθός .
2.8.3 ἐνταῦθα τοίνυν ἁπλῶς ζήτει τὴν οὐσίαν τοῦ ἀγαθοῦ . ἐπεί τοι μή τι αὐτὴν ἐν φυτῷ ζητεῖς ; οὔ . μή τι ἐν ἀλόγῳ ; οὔ . ἐν λογικῷ οὖν ζητῶν τί ἔτι ἀλλαχοῦ ζητεῖς ἐν τῇ παραλλαγῇ τῇ πρὸς τὰ ἄλογα ;