2.9.20 οὐχ ὁρᾷς , πῶς ἕκαστος λέγεται Ἰουδαῖος , πῶς Σύρος , πῶς Αἰγύπτιος ; καὶ ὅταν τινὰ ἐπαμφοτερίζοντα ἴδωμεν , εἰώθαμεν λέγειν οὐκ ἔστιν Ἰουδαῖος , ἀλλʹ ὑποκρίνεται . ὅταν δʹ ἀναλάβῃ τὸ πάθος τὸ τοῦ βεβαμμένου καὶ ᾑρημένου , τότε καὶ ἔστι τῷ ὄντι καὶ καλεῖται Ἰουδαῖος .
2.9.21 οὕτως καὶ ἡμεῖς παραβαπτισταί , λόγῳ μὲν Ἰουδαῖοι , ἔργῳ δʹ ἄλλο τι , ἀσυμπαθεῖς πρὸς τὸν λόγον , μακρὰν ἀπὸ τοῦ χρῆσθαι τούτοις λέγομεν , ἐφʹ οἷς ὡς εἰδότες αὐτὰ ἐπαιρόμεθα .
2.9.22 οὕτως οὐδὲ τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἐπαγγελίαν πληρῶσαι δυνάμενοι προσλαμβάνομεν τὴν τοῦ φιλοσόφου , τηλικοῦτο φορτίον οἷον εἴ τις δέκα λίτρας ἆραι μὴ δυνάμενος τὸν τοῦ Αἴαντος λίθον βαστάζειν ἤθελεν .
2.10.head πῶς ἀπὸ τῶν ὀνομάτων τὰ καθήκοντα ἔστιν εὑρίσκειν .
2.10.1 σκέψαι τίς εἶ . τὸ πρῶτον ἄνθρωπος , τοῦτο δʹ ἔστιν οὐδὲν ἔχων κυριώτερον προαιρέσεως , ἀλλὰ ταύτῃ τὰ ἄλλα ὑποτεταγμένα , αὐτὴν δʹ ἀδούλευτον καὶ ἀνυπότακτον .
2.10.2 σκόπει οὖν , τίνων κεχώρισαι κατὰ λόγον . κεχώρισαι θηρίων , κεχώρισαι προβάτων .
2.10.3 ἐπὶ τούτοις πολίτης εἶ τοῦ κόσμου καὶ μέρος αὐτοῦ , οὐχ ἓν τῶν ὑπηρετικῶν , ἀλλὰ τῶν προηγουμένων · παρακολουθητικὸς γὰρ εἶ τῇ θείᾳ διοικήσει καὶ τοῦ ἑξῆς ἐπιλογιστικός .
2.10.4 τίς οὖν ἐπαγγελία πολίτου ; μηδὲν ἔχειν ἰδίᾳ συμφέρον , περὶ μηδενὸς βουλεύεσθαι ὡς ἀπόλυτον , ἀλλʹ ὥσπερ ἄν , εἰ χεὶρ ποὺς λογισμὸν εἶχον καὶ παρηκολούθουν τῇ φυσικῇ κατασκευῇ , οὐδέποτʹ ἂν ἄλλως ὥρμησαν ὠρέχθησαν ἐπανενεγκόντες ἐπὶ τὸ ὅλον .