2.12.21 ἆρά γε τὴν ψυχὴν λέγεις ; ὀρθῶς ὑπέλαβες · ταύτην γάρ τοι καὶ λέγω . πολὺ νὴ Δία τῶν ἄλλων τοῦτο ἄμεινον δοκῶ μοι κεκτῆσθαι .
2.12.22 ἔχεις οὖν εἰπεῖν , ὅτῳ τρόπῳ τῆς ψυχῆς ἐπιμεμέλησαι ; οὐ γὰρ εἰκῇ χὠς ἔτυχεν εἰκός σε οὕτως σοφὸν ὄντα καὶ ἐν τῇ πόλει δόκιμον τὸ κράτιστον τῶν σεαυτοῦ περιορᾶν ἀμελούμενον καὶ ἀπολλύμενον .
2.12.23 οὐδαμῶς . ἀλλʹ αὐτὸς ἐπιμεμέλησαι αὐτοῦ ; πότερον μαθὼν παρά του εὑρὼν αὐτός ; ὧδε λοιπὸν κίνδυνος , μὴ πρῶτον μὲν εἴπῃ
2.12.24 τί δέ σοι μέλει , βέλτιστε ; κύριός μου εἶ ; εἶτʹ ἂν ἐπιμείνῃς πράγματα παρέχων , διαράμενος κονδύλους σοι δῷ .
2.12.25 τούτου τοῦ πράγματος ἤμην ποτὲ ζηλωτὴς καὶ αὐτός , πρὶν εἰς ταῦτα ἐμπεσεῖν .
2.13.head περὶ τοῦ ἀγωνιᾶν .
2.13.1 ὅταν ἀγωνιῶντα ἴδω ἄνθρωπον , λέγω · οὗτος τί ποτε θέλει ; εἰ μὴ τῶν οὐκ ἐφʹ αὑτῷ τι ἤθελεν , πῶς ἂν ἔτι ἠγωνία ;
2.13.2 διὰ τοῦτο καὶ κιθαρῳδὸς μόνος μὲν ᾁδων οὐκ ἀγωνιᾷ , εἰς θέατρον δʹ εἰσερχόμενος , κἂν λίαν εὔφωνος καὶ καλῶς κιθαρίζῃ · οὐ γὰρ ᾆσαι μόνον θέλει καλῶς , ἀλλὰ καὶ εὐδοκιμῆσαι , τοῦτο δʹ οὐκέτι ἐστὶν ἐπʹ αὐτῷ .
2.13.3 λοιπὸν οὗ μὲν ἐπιστήμη αὐτῷ πρόσεστιν , ἐκεῖ τὸ θάρσος · φέρε ὃν θέλεις ἰδιώτην καὶ οὐκ ἐπιστρέφεται · ὅπου δʹ οὐκ οἶδεν οὐδὲ μεμελέτηκεν , ἐκεῖ ἀγωνιᾷ .