2.13.16 ἐγώ σοι ἀρέσαι θέλω ; ἀντὶ τίνος ; οἶδας γὰρ τὰ μέτρα , καθʹ ἃ κρίνεται ἄνθρωπος ὑπʹ ἀνθρώπου ; μεμέλετηκέ σοι γνῶναι , τί ἐστιν ἀγαθὸς ἄνθρωπος καὶ τί κακὸς καὶ πῶς ἑκάτερον γίγνεται ; διὰ τί οὖν σὺ αὐτὸς ἀγαθὸς οὐκ εἶ ;
2.13.17 — πῶς , φησίν , οὐκ εἰμί ; — ὅτι οὐδεὶς ἀγαθὸς πενθεῖ οὐδὲ στενάζει , οὐδεὶς οἰμώζει , οὐδεὶς ὠχριᾷ καὶ τρέμει οὐδὲ λέγει πῶς μʹ ἀποδέξεται , πῶς μου ἀκούσει ;
2.13.18 ἀνδράποδον , ὡς ἂν αὐτῷ δοκῇ . τί οὖν σοὶ μέλει περὶ τῶν ἀλλοτρίων ; νῦν οὐκ ἐκείνου ἁμάρτημά ἐστι τὸ κακῶς ἀποδέξασθαι τὰ παρὰ σοῦ ; — πῶς γὰρ οὔ ; — δύναται δʹ ἄλλου μὲν εἶναι ἁμάρτημα , ἄλλου δὲ κακόν ; — οὔ . — τί οὖν ἀγωνιᾷς ὑπὲρ τῶν ἀλλοτρίων ;
2.13.19 — ναί · ἀλλʹ ἀγωνιῶ , πῶς ἐγὼ αὐτῷ λαλήσω . — εἶτʹ οὐκ ἔξεστι γὰρ ὡς θέλεις αὐτῷ λαλῆσαι ; — ἀλλὰ δέδοικα μὴ ἐκκρουσθῶ .
2.13.20 — μή τι γράφειν μέλλων τὸ Δίωνος ὄνομα δέδοικας μὴ ἐκκρουσθῇς ; — οὐδαμῶς . — τί τὸ αἴτιον ; οὐχ ὅτι μεμελέτηκας γράφειν ; — πῶς γὰρ οὔ ; — τί δʹ ; ἀναγιγνώσκειν μέλλων οὐχ ὡσαύτως ἂν εἶχες ; — ὡσαύτως . — τί τὸ αἴτιον ; ὅτι πᾶσα τέχνη ἰσχυρόν τι ἔχει καὶ θαρραλέον ἐν τοῖς ἑαυτῆς .