2.16.17 τίς ἡμῶν οὐκ ἐνεκοιμήθη ὑπὲρ ἐνεργείας ; τίς ; ἕνα μοι δότε , ἵνα ἴδω τοῦτον , ὃν ἐκ πολλοῦ χρόνου ζητῶ , τὸν ταῖς ἀληθείαις εὐγενῆ καὶ εὐφυᾶ · εἴτε νέον εἴτε πρεσβύτερον , δότε .
2.16.18 τί οὖν ἔτι θαυμάζομεν εἰ περὶ μὲν τὰς ὕλας τετρίμμεθα , ἐν δὲ ταῖς ἐνεργείαις ταπεινοί , ἀσχήμονες , οὐδενὸς ἄξιοι , δειλοί , ἀταλαίπωροι , ὅλοι ἀτυχήματα ; οὐ γὰρ μεμέληκεν ἡμῖν οὐδὲ μελετῶμεν .
2.16.19 εἰ δὲ μὴ τὸν θάνατον τὴν φυγὴν ἐφοβούμεθα , ἀλλὰ τὸν φόβον , ἐμελετῶμεν ἂν ἐκείνοις μὴ περιπίπτειν φαίνεται ἡμῖν κακά .
2.16.20 νῦν δʹ ἐν μὲν τῇ σχολῇ γοργοὶ καὶ κατάγλωσσοι , κἂν ζητημάτιον ἐμπέσῃ περί τινος τούτων , ἱκανοὶ τὰ ἑξῆς ἐπελθεῖν · ἕλκυσον δʹ εἰς χρῆσιν καὶ εὑρήσεις τάλανας ναυαγούς . προσπεσέτω φαντασία ταρακτικὴ καὶ γνώσῃ , τί ἐμελετῶμεν καὶ πρὸς τί ἐγυμναζόμεθα .
2.16.21 λοιπὸν ὑπὸ τῆς ἀμελετησίας προσεπισωρεύομεν ἀεί τινα καὶ προσπλάσσομεν μείζονα τῶν καθεστώτων . εὐθὺς ἐγώ ,
2.16.22 ὅταν πλέω , κατακύψας εἰς τὸν βυθὸν τὸ πέλαγος περιβλεψάμενος καὶ μὴ ἰδὼν γῆν ἐξίσταμαι καὶ φανταζόμενος , ὅτι ὅλον με δεῖ τὸ πέλαγος τοῦτο ἐκπιεῖν , ἂν ναυαγήσω , οὐκ ἐπέρχεταί μοι , ὅτι μοι τρεῖς ξέσται ἀρκοῦσιν . τί οὖν με ταράσσει ; τὸ πέλαγος ; οὔ , ἀλλὰ τὸ δόγμα .
2.16.23 πάλιν ὅταν σεισμὸς γένηται , φαντάζομαι ὅτι πόλις ἐπιπίπτειν μοι μέλλει · οὐ γὰρ ἀρκεῖ μικρὸν λιθάριον , ἵνʹ ἔξω μου τὸν ἐγκέφαλον βάλῃ ;