2.16.31 καὶ τοῦτο πάλιν ἔσται σοι σύνηθες . εἶτʹ ἂν μὲν τοιούτῳ προσπάθῃς , καὶ τοῦτο πάλιν κλαῖε καὶ ζήτει στίχον ὅμοιον τῷ Εὐριπίδου ποιῆσαι θερμάς τε τὰς Νέρωνος Μάρκιόν θʹ ὕδωρ . ἴδε πῶς τραγῳδία γίνεται , ὅταν εἰς μωροὺς ἀνθρώπους πράγματα τὰ τυγχάνοντʹ ἐμπέσῃ .
2.16.32 πότε οὖν Ἀθήνας πάλιν ὄψομαι καὶ τὴν ἀκρόπολιν ; τάλας , οὐκ ἀρκεῖ σοι βλέπεις καθʹ ἡμέραν ; κρεῖττόν τι ἔχεις μεῖζον ἰδεῖν τοῦ ἡλίου , τῆς σελήνης , τῶν ἄστρων , τῆς γῆς ὅλης , τῆς θαλάσσης ;
2.16.33 εἰ δὲ δὴ παρακολουθεῖς τῷ διοικοῦντι τὰ ὅλα κἀκεῖνον ἐν σαυτῷ περιφέρεις , ἔτι ποθεῖς λιθάρια καὶ πέτραν κομψήν ; ὅταν οὖν μέλλῃς ἀπολιπεῖν αὐτὸν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην , τί ποιήσεις ;
2.16.34 κλαύσεις καθήμενος ὡς τὰ παιδία ; τί οὖν ἐν τῇ σχολῇ ἐποίεις , τί ἤκουες , τί ἐμάνθανες ; τί σαυτὸν φιλόσοφον ἐπέγραφες ἐξὸν τὰ ὄντα ἐπιγράφειν ; ὅτι εἰσαγωγὰς ἔπραξάς τινας καὶ Χρυσίππεια ἀνέγνων , φιλοσόφου δʹ οὐδὲ θύραν παρῆλθον .
2.16.35 ποῦ γάρ μοι μέτεστι τούτου τοῦ πράγματος , οὗ Σωκράτει μετῆν τῷ οὕτως ἀποθανόντι , οὕτως ζήσαντι ; οὗ Διογένει μετῆν ; ἐπινοεῖς τούτων τινὰ κλάοντα ἀγανακτοῦντα ,
2.16.36 ὅτι τὸν δεῖνα οὐ μέλλει βλέπειν οὐδὲ τὴν δεῖνα οὐδʹ ἐν Ἀθήναις ἔσεσθαι ἐν Κορίνθῳ , ἀλλʹ , ἂν οὕτως τύχῃ , ἐν Σούσοις ἐν Ἐκβατάνοις ;
2.16.37 γὰρ ἔξεστιν ἐξελθεῖν , ὅταν θέλῃ , τοῦ συμποσίου καὶ μηκέτι παίζειν , ἔτι οὗτος ἀνιᾶται μένων ; οὐχὶ δʹ ὡς παιδιᾷ παραμένει , μέχρις ἂν ψυχαγωγῆται ;