2.16.38 ταχύ γʹ ἂν τοιοῦτος ὑπομείναι φυγήν τινα φυγεῖν εἰς ἅπαντα τὴν ἐπὶ θανάτῳ κατακριθείς .
2.16.39 οὐ θέλεις ἤδη ὡς τὰ παιδία ἀπογαλακτισθῆναι καὶ ἅπτεσθαι τροφῆς στερεωτέρας μηδὲ κλάειν μάμμας καὶ τιτθάς , γραῶν ἀποκλαύματα ;
2.16.40 ἀλλʹ ἐκείνας ἀπαλλασσόμενος ἀνιάσω . σὺ αὐτὰς ἀνιάσεις ; οὐδαμῶς , ἀλλʹ ὅπερ καὶ σέ , τὸ δόγμα . τί οὖν ἔχεις ποιῆσαι ; ἔξελε , τὸ δʹ ἐκείνων , ἂν εὖ ποιῶσιν , αὐταὶ ἐξελοῦσιν · εἰ δὲ μή , οἰμώξουσι διʹ αὑτάς .
2.16.41 ἄνθρωπε , τὸ λεγόμενον τοῦτο ἀπονοήθητι ἤδη ὑπὲρ εὐροίας , ὑπὲρ ἐλευθερίας , ὑπὲρ μεγαλοψυχίας . ἀνάτεινόν ποτε τὸν τράχηλον ὡς ἀπηλλαγμένος δουλείας ,
2.16.42 τόλμησον ἀναβλέψας πρὸς τὸν θεὸν εἰπεῖν ὅτι χρῶ μοι λοιπὸν εἰς ἂν θέλῃς · ὁμογνωμονῶ σοι , ἰσός εἰμι · οὐδὲν παραιτοῦμαι τῶν σοὶ δοκούντων · ὅπου θέλεις , ἄγε · ἣν θέλεις ἐσθῆτα περίθες . ἄρχειν με θέλεις , ἰδιωτεύειν , μένειν , φεύγειν , πένεσθαι , πλουτεῖν ; ἐγώ σοι ὑπὲρ ἁπάντων τούτων πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπολογήσομαι · δείξω τὴν ἑκάστου φύσιν οἵα ἐστίν .
2.16.43 οὔ ·
2.16.44 ἀλλʹ ἐν βοὸς κοιλίᾳ καθήμενος ἐκδέχου σου τὴν μάμμην , μέχρις σε χορτάσῃ . Ἡρακλῆς εἰ τοῖς ἐν οἴκῳ παρεκάθητο , τίς ἂν ἦν ; Εὐρυσθεὺς καὶ οὐχὶ Ἡρακλῆς . ἄγε , πόσους δὲ περιερχόμενος τὴν οἰκουμένην συνήθεις ἔσχεν , φίλους ; ἀλλʹ οὐδὲν φίλτερον τοῦ θεοῦ · διὰ τοῦτο ἐπιστεύθη Διὸς υἱὸς εἶναι καὶ ἦν . ἐκείνῳ τοίνυν πειθόμενος περιῄει καθαίρων ἀδικίαν καὶ ἀνομίαν .