2.17.18 ἀπόδειξις γὰρ αὕτη μεγίστη δυσροίας καὶ κακοδαιμονίας . θέλω τι καὶ οὐ γίνεται · καὶ τί ἐστιν ἀθλιώτερον ἐμοῦ ; οὐ θέλω τι καὶ γίνεται · καὶ τί ἐστιν ἀθλιώτερον ἐμοῦ ;
2.17.19 τοῦτο καὶ Μήδεια οὐχ ὑπομείνασα ἦλθεν ἐπὶ τὸ ἀποκτεῖναι τὰ τέκνα . μεγαλοφυῶς κατά γε τοῦτο . εἶχε γὰρ ἣν δεῖ φαντασίαν , οἷόν ἐστι τὸ θέλει τινὶ μὴ προχωρεῖν .
2.17.20 εἶτα οὕτως τιμωρήσομαι τὸν ἀδικήσαντά με καὶ ὑβρίσαντα . καὶ τί ὄφελος τοῦ κακῶς οὕτως διακειμένου ; πῶς οὖν γένηται ; ἀποκτείνω μὲν τὰ τέκνα . ἀλλὰ καὶ ἐμα
2.17.21 υτὴν τιμωρήσομαι . καὶ τί μοι μέλει ; τοῦτʹ ἔστιν ἔκπτωσις ψυχῆς μεγάλα νεῦρα ἐχούσης . οὐ γὰρ ᾔδει , ποῦ κεῖται τὸ ποιεῖν θέλομεν , ὅτι τοῦτο οὐκ ἔξωθεν δεῖ λαμβάνειν οὐδὲ τὰ πράγματα μετατιθέντα καὶ μεθαρμοζόμενον .
2.17.22 μὴ θέλε τὸν ἄνδρα , καὶ οὐδὲν ὧν θέλεις οὐ γίνεται . μὴ θέλε αὐτὸν ἐξ ἅπαντός σοι συνοικεῖν , μὴ θέλε μένειν ἐν Κορίνθῳ καὶ ἁπλῶς μηδὲν ἄλλο θέλε θεὸς θέλει . καὶ τίς σε κωλύσει , τίς ἀναγκάσει ; οὐ μᾶλλον τὸν Δία .
2.17.23 ὅταν τοιοῦτον ἔχῃς ἡγεμόνα καὶ τοιούτῳ συνθέλῃς καὶ συνορέγῃ , τί φοβῇ ἔτι μὴ ἀποτύχῃς ;
2.17.24 χάρισαί σου τὴν ὄρεξιν καὶ τὴν ἔκκλισιν πενίᾳ καὶ πλούτῳ · ἀποτεύξῃ , περιπεσῇ . ἀλλʹ ὑγιείᾳ · δυστυχήσεις · ἀρχαῖς , τιμαῖς , πατρίδι , φίλοις , τέκνοις , ἁπλῶς ἄν τινι τῶν ἀπροαιρέτων . ἀλλὰ τῷ Διὶ χάρισαι αὐτά