2.17.31 εἶθʹ , ὅταν τοιοῦτον ἐκπονήσῃ καὶ καταθλήσῃ τὸν τόπον , πάλιν ἐλθών μοι εἰπάτω ἐγὼ θέλω μὲν καὶ ἀπαθὴς εἶναι καὶ ἀτάραχος , θέλω δʹ ὡς εὐσεβὴς καὶ φιλόσοφος καὶ ἐπιμελὴς εἰδέναι τί μοι πρὸς θεούς ἐστι καθῆκον , τί πρὸς γονεῖς , τί πρὸς ἀδελφούς , τί πρὸς τὴν πατρίδα , τί πρὸς ξένους .
2.17.32 ἔρχου καὶ ἐπὶ τὸν δεύτερον τόπον · σός ἐστι καὶ οὗτος .
2.17.33 ἀλλʹ ἤδη καὶ τὸν δεύτερον τόπον ἐκμεμελέτηκα . ἤθελον δʹ ἀσφαλῶς καὶ ἀσείστως καὶ οὐ μόνον ἐγρηγορώς , ἀλλὰ καὶ καθεύδων καὶ οἰνωμένος καὶ ἐν μελαγχολίᾳ . σὺ θεὸς εἶ , ἄνθρωπε , σὺ μεγάλας ἔχεις ἐπιβολάς . οὔ · ἀλλʹ
2.17.34 ἐγὼ θέλω γνῶναι , τί λέγει Χρύσιππος ἐν τοῖς περὶ τοῦ Ψευδομένου . οὐκ ἀπάγξῃ μετὰ τῆς ἐπιβολῆς ταύτης , τάλας ; καὶ τί σοι ὄφελος ἔσται ; πενθῶν ἅπαν ἀναγνώσῃ καὶ τρέμων πρὸς ἄλλους ἐρεῖς .
2.17.35 οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε . θέλεις ἀναγνῶ σοι , ἀδελφέ ; καὶ σὺ ἐμοί . θαυμαστῶς , ἄνθρωπε , γράφεις · καὶ σὺ μεγάλως εἰς τὸν Ξενοφῶντος χαρακτῆρα , σὺ εἰς τὸν Πλάτωνος ,
2.17.36 σὺ εἰς τὸν Ἀντισθένους . εἶτʹ ἀλλήλοις ὀνείρους διηγησάμενοι πάλιν ἐπὶ ταὐτὰ ἐπανέρχεσθε · ὡσαύτως ὀρέγεσθε , ὡσαύτως ἐκκλίνετε , ὁμοίως ὁρμᾶτε , ἐπιβάλλεσθε , προστίθεσθε , ταὐτὰ εὔχεσθε , περὶ ταὐτὰ σπουδάζετε . εἶτα οὐδὲ ζητεῖτε τὸν ὑπομνήσοντα ὑμᾶς ,