2.20.29 εἴ τινος αὐτῶν δοῦλος ἤμην , εἰ καὶ ἔδει με καθʹ ἡμέραν ὑπʹ αὐτοῦ ἐκδέρεσθαι , ἐγὼ ἂν αὐτὸν ἐστρέβλουν . βάλε ἐλάδιον , παιδάριον , εἰς τὸ βαλανεῖον . ἔβαλον ἂν γάριον καὶ ἀπελθὼν κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ κατέχεον . τί τοῦτο ; φαντασία μοι ἐγένετο ἐλαίου ἀδιάκριτος , ὁμοιοτάτη , νὴ τὴν σὴν τύχην .
2.20.30 δὸς ὧδε τὴν πτισάνην . ἤνεγκα ἂν αὐτῷ γεμίσας παροψίδα ὀξογάρου . οὐκ ᾔτησα τὴν πτισάνην ; ναὶ κύριε · τοῦτο πτισάνη ἐστίν . τοῦτο οὐκ ἔστιν ὀξόγαρον ; τί μᾶλλον πτισάνη ; λάβε καὶ ὀσφράνθητι , λάβε καὶ γεῦσαι . πόθεν οὖν οἶδας , εἰ αἱ αἰσθήσεις ἡμᾶς ψεύδονται ;
2.20.31 τρεῖς , τέσσαρας τῶν συνδούλων εἰ ἔσχον ὁμονοοῦντας , ἀπάγξασθαι ἂν αὐτὸν ἐποίησα ῥηγνύμενον μεταθέσθαι . νῦν δʹ ἐντρυφῶσιν ἡμῖν τοῖς μὲν παρὰ τῆς φύσεως διδομένοις πᾶσι χρώμενοι , λόγῳ δʹ αὐτὰ ἀναιροῦντες .
2.20.32 εὐχάριστοί γʹ ἄνθρωποι καὶ αἰδήμονες . εἰ μηδὲν ἄλλο καθʹ ἡμέραν ἄρτους ἐσθίοντες τολμῶσι λέγειν ὅτι οὐκ οἴδαμεν , εἰ ἔστι τις Δημήτηρ Κόρη Πλούτων · ἵνα μὴ λέγω ,
2.20.33 ὅτι νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἀπολαύοντες καὶ μεταβολῶν τοῦ ἔτους καὶ ἄστρων καὶ θαλάσσης καὶ γῆς καὶ τῆς παρʹ ἀνθρώπων συνεργείας ὑπʹ οὐδενὸς τούτων οὐδὲ κατὰ ποσὸν ἐπιστρέφονται , ἀλλὰ μόνον ἐξεμέσαι τὸ προβλημάτιον ζητοῦσι καὶ τὸν στόμαχον γυμνάσαντες ἀπελθεῖν εἰς βαλανεῖον .