2.23.17 προαίρεσις . τί ἐπιμελεῖται πάντων ; προαίρεσις . τί ὅλον ἀναιρεῖ τὸν ἄνθρωπον ποτὲ μὲν λιμῷ , ποτὲ δʹ ἀγχόνῃ , ποτὲ δὲ κατὰ κρημνοῦ ; προαίρεσις .
2.23.18 εἶτα τούτου τί ἰσχυρότερον ἐν ἀνθρώποις ἐστίν ; καὶ πῶς οἷόν τε τοῦ ἀκωλύτου τὰ κωλυόμενα ; τὴν ὁρατικὴν δύναμιν τίνα πέφυκεν ἐμποδίζειν ;
2.23.19 καὶ προαίρεσις καὶ ἀπροαίρετα . τὴν ἀκουστικὴν ταὐτά , τὴν φραστικὴν ὡσαύτως . προαίρεσιν δὲ τί ἐμποδίζειν πέφυκεν ; ἀπροαίρετον οὐδέν , αὐτὴ δʹ ἑαυτὴν διαστραφεῖσα . διὰ τοῦτο κακία μόνη αὕτη γίνεται ἀρετὴ μόνη .
2.23.20 εἶτα τηλικαύτη δύναμις οὖσα καὶ πᾶσι τοῖς ἄλλοις ἐπιτεταγμένη παρελθοῦσα ἡμῖν λεγέτω κράτιστον εἶναι τῶν ὄντων τὴν σάρκα . οὐδὲ εἰ αὐτὴ σὰρξ ἑαυτὴν ἔλεγεν εἶναι κράτιστον , ἠνέσχετο ἄν τις αὐτῆς .
2.23.21 νῦν δὲ τί ἐστιν , Ἐπίκουρε , τὸ ταῦτα ἀποφαινόμενον ; τὸ περὶ Τέλους συγγεγραφός , τὸ τὰς Φυσικάς , τὸ περὶ Κανόνος ; τὸ τὸν πώγωνα καθεικός ; τὸ γράφον , ὅτε ἀπέθνῃσκεν , ὅτι τὴν τελευταίαν ἄγοντες ἅμα καὶ μακαρίαν ἡμέραν ;
2.23.22 σὰρξ προαίρεσις ; εἶτα τούτου τι κρεῖσσον ἔχειν ὁμολογεῖς καὶ οὐ μαίνῃ ; οὕτως τυφλὸς ταῖς ἀληθείαις καὶ κωφὸς εἶ ;
2.23.23 τί οὖν ; ἀτιμάζει τις τὰς ἄλλας δυνάμεις ; μὴ γένοιτο . λέγει τις μηδεμίαν εἶναι χρείαν προαγωγὴν τῆς προαιρετικῆς δυνάμεως ; μὴ γένοιτο . ἀνόητον , ἀσεβές , ἀχάριστον πρὸς τὸν θεόν . ἀλλὰ τὴν ἀξίαν ἑκάστῳ ἀποδίδωσιν .