2.23.32 τοιοῦτοί εἰσι καὶ οἱ λέγοντες μηδεμίαν εἶναι παραλλαγὴν κάλλους πρὸς αἶσχος . εἶτα ὁμοίως ἦν κινηθῆναι τὸν Θερσίτην ἰδόντα καὶ τὸν Ἀχιλλέα ; ὁμοίως τὴν Ἑλένην καὶ ἣν ἔτυχε γυναῖκα ;
2.23.33 καὶ ταῦτα μωρὰ καὶ ἄγροικα καὶ οὐκ εἰδότων τὴν ἑκάστου φύσιν , ἀλλὰ φοβουμένων μὴ ἄν τις αἴσθηται τῆς διαφορᾶς , εὐθὺς συναρπασθεὶς καὶ ἡττηθεὶς ἀπέλθῃ .
2.23.34 ἀλλὰ τὸ μέγα τοῦτο , ἀπολιπεῖν ἑκάστῳ τὴν αὑτοῦ δύναμιν ἣν ἔχει καὶ ἀπολιπόντα ἰδεῖν τὴν ἀξίαν τῆς δυνάμεως καὶ τὸ κράτιστον τῶν ὄντων καταμαθεῖν καὶ τοῦτο ἐν παντὶ μεταδιώκειν , περὶ τοῦτο ἐσπουδακέναι , πάρεργα τἆλλα πρὸς τοῦτο πεποιημένον , οὐ μέντοι ἀμελοῦντα οὐδʹ ἐκείνων κατὰ δύναμιν .
2.23.35 καὶ γὰρ ὀφθαλμῶν ἐπιμελητέον , ἀλλʹ οὐχ ὡς τοῦ κρατίστου , ἀλλὰ καὶ τούτων διὰ τὸ κράτιστον · ὅτι ἐκεῖνο οὐκ ἄλλως ἕξει κατὰ φύσιν εἰ μὴ ἐν τούτοις εὐλογιστοῦν καὶ τὰ ἕτερα παρὰ τὰ ἕτερα αἱρούμενον .
2.23.36 τί οὖν ἐστι τὸ γινόμενον ; οἷον εἴ τις ἀπιὼν εἰς τὴν πατρίδα τὴν ἑαυτοῦ καὶ διοδεύων πανδοκεῖον καλὸν ἀρέσαντος αὐτῷ τοῦ πανδοκείου καταμένοι ἐν τῷ πανδοκείῳ .
2.23.37 ἄνθρωπε , ἐπελάθου σου τῆς προθέσεως · οὐκ εἰς τοῦτο ὥδευες , ἀλλὰ διὰ τούτου . ἀλλὰ κομψὸν τοῦτο . πόσα δʹ ἄλλα πανδοκεῖα κομψά , πόσοι δὲ λειμῶνες · ἁπλῶς ὡς δίοδος .
2.23.38 τὸ δὲ προκείμενον ἐκεῖνο · εἰς τὴν πατρίδα ἐπανελθεῖν , τοὺς οἰκείους ἀπαλλάξαι δέους , αὐτὸν τὰ τοῦ πολίτου ποιεῖν , γῆμαι , παιδοποιεῖσθαι , ἄρξαι τὰς νομιζομένας ἀρχάς .