2.24.22 ἔα , ἄνθρωπε , ἐπὶ τί ἐλήλυθας ; ἐρωμένας κτησόμενος πολεμήσων ; πολεμήσων . τίσι ; τοῖς Τρωσὶν τοῖς Ἕλλησιν ; τοῖς Τρωσίν . ἀφεὶς οὖν τὸν Ἕκτορα ἐπὶ τὸν βασιλέα τὸν σαυτοῦ σπᾷς τὸ ξίφος ;
2.24.23 σὺ δʹ , βέλτιστε , ἀφεὶς τὰ τοῦ βασιλέως ἔργα , λαοί τʹ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλεν , περὶ κορασιδίου διαπυκτεύεις τῷ πολεμικωτάτῳ τῶν συμμάχων , ὃν δεῖ παντὶ τρόπῳ περιέπειν καὶ φυλάττειν ; καὶ χείρων γίνῃ κομψοῦ ἀρχιερέως , ὃς τοὺς καλοὺς μονομάχους διὰ πάσης ἐπιμελείας ἔχει ; ὁρᾷς , οἷα ποιεῖ ἄγνοια περὶ τῶν συμφερόντων ;
2.24.24 ἀλλὰ κἀγὼ πλούσιός εἰμι . μή τι οὖν τοῦ Ἀγαμέμνονος πλουσιώτερος ; ἀλλὰ καὶ καλός εἰμι . μή τι οὖν τοῦ Ἀχιλλέως καλλίων ; ἀλλὰ καὶ κόμιον κομψὸν ἔχω . δʹ Ἀχιλλεὺς οὐ κάλλιον καὶ ξανθόν ; καὶ οὐκ ἐκτένιζεν αὐτὸ κομψῶς οὐδʹ ἔπλασσεν .
2.24.25 ἀλλὰ καὶ ἰσχυρός εἰμι . μή τι οὖν δύνασαι λίθον ἆραι ἡλίκον Ἕκτωρ Αἴας ; ἀλλὰ καὶ εὐγενής . μή τι ἐκ θεᾶς μητρός , μή τι πατρὸς ἐγγόνου Διός ; τί οὖν ἐκεῖνον ὠφελεῖ ταῦτα , ὅταν καθήμενος κλαίῃ διὰ τὸ κορασίδιον ; ἀλλὰ ῥήτωρ εἰμί .
2.24.26 ἐκεῖνος δʹ οὐκ ἦν ; οὐ βλέπεις πῶς κέχρηται τοῖς δεινοτάτοις τῶν Ἑλλήνων περὶ λόγους Ὀδυσσεῖ καὶ Φοίνικι , πῶς αὐτοὺς ἀστόμους πεποίηκε ;
2.24.27 ταῦτά σοι μόνα ἔχω εἰπεῖν καὶ οὐδὲ ταῦτα προθύμως .