3.1.1 εἰσιόντος τινὸς πρὸς αὐτὸν νεανίσκου ῥητορικοῦ περιεργότερον ἡρμοσμένου τὴν κόμην καὶ τὴν ἄλλην περιβολὴν κατακοσμοῦντος Εἰπέ μοι , ἔφη , εἰ οὐ δοκοῦσίν σοι κύνες τʹ εἶναι καλοί τινες καὶ ἵπποι καὶ οὕτως τῶν ἄλλων ζῴων ἕκαστον ;
3.1.2 — δοκοῦσιν , ἔφη . — οὐκοῦν καὶ ἄνθρωποι οἱ μὲν καλοί , οἱ δʹ αἰσχροί ; — πῶς γὰρ οὔ ; — πότερον οὖν κατὰ τὸ αὐτὸ ἕκαστα τούτων ἐν τῷ αὐτῷ γένει καλὰ προσαγορεύομεν ἢ ἰδίως ἕκαστον ; οὕτως δʹ ὄψει αὐτό .
3.1.3 ἐπειδὴ πρὸς ἄλλο μὲν ὁρῶμεν κύνα πεφυκότα , πρὸς ἄλλον δʹ ἵππον , πρὸς ἄλλο δʹ εἰ οὕτως τύχοι ἀηδόνα , καθόλου μὲν οὐκ ἀτόπως ἀποφήναιτʹ ἄν τις ἕκαστον τηνικαῦτα καλὸν εἶναι , ὁπότε κατὰ τὴν αὑτοῦ φύσιν κράτιστʹ ἔχοι · ἐπεὶ δʹ ἡ φύσις ἑκάστου διάφορός ἐστιν , διαφόρως εἶναί μοι δοκεῖ ἕκαστον αὐτῶν καλόν · ἢ γὰρ οὔ ;
3.1.4 — ὡμολόγει . — οὐκ οὖν ὅπερ κύνα ποιεῖ καλόν , τοῦτο ἵππον αἰσχρόν , ὅπερ δʹ ἵππον καλόν , τοῦτο κύνα αἰσχρόν , εἴ γε διάφοροι αἱ φύσεις εἰσὶν αὐτῶν ;
3.1.5 — ἔοικεν . — καὶ γὰρ τὸ παγκρατιαστὴν οἶμαι ποιοῦν καλὸν τοῦτο παλαιστὴν οὐκ ἀγαθὸν ποιεῖ , δρομέα δὲ καὶ γελοιότατον · καὶ ὁ πρὸς πενταθλίαν καλὸς ὁ αὐτὸς οὗτος πρὸς πάλην αἴσχιστος ; — οὕτως , ἔφη .