3.1.6 — τί οὖν ποιεῖ ἄνθρωπον καλὸν ἢ ὅπερ τῷ γένει καὶ κύνα καὶ ἵππον ; — τοῦτο , ἔφη . — τί οὖν ποιεῖ κύνα καλόν ; ἡ ἀρετὴ ἡ κυνὸς παροῦσα . τί ἵππον ; ἡ ἀρετὴ ἡ ἵππου παροῦσα . τί οὖν ἄνθρωπον ; μή ποθʹ ἡ ἀρετὴ ἡ ἀνθρώπου παροῦσα ;
3.1.7 καὶ σὺ οὖν εἰ θέλεις καλὸς εἶναι , νεανίσκε , τοῦτο ἐκπόνει , τὴν ἀρετὴν τὴν ἀνθρωπικήν .
3.1.8 — τίς δʹ ἐστὶν αὕτη ; — ὅρα , τίνας αὐτὸς ἐπαινεῖς , ὅταν δίχα πάθους τινὰς ἐπαινῇς · πότερα τοὺς δικαίους ἢ τοὺς ἀδίκους ; — τοὺς δικαίους . — πότερον τοὺς σώφρονας ἢ τοὺς ἀκολάστους ; — τοὺς σώφρονας . — τοὺς ἐγκρατεῖς δʹ ἢ τοὺς ἀκρατεῖς ; — τοὺς ἐγκρατεῖς .
3.1.9 — οὐκοῦν τοιοῦτόν τινα ποιῶν σαυτὸν ἴσθι ὅτι καλὸν ποιήσεις · μέχρις δʹ ἂν τούτων ἀμελῇς , αἰσχρόν σʹ εἶναι ἀνάγκη , κἂν πάντα μηχανᾷ ὑπὲρ τοῦ φαίνεσθαί σε καλόν .
3.1.10 ἐντεῦθεν οὐκέτι ἔχω σοι πῶς εἴπω · ἄν τε γὰρ λέγω ἃ φρονῶ , ἀνιάσω σε καὶ ἐξελθὼν τάχα οὐδʹ εἰσελεύσῃ · ἄν τε μὴ λέγω , ὅρα οἷον ποιήσω , εἰ σὺ μὲν ἔρχῃ πρὸς ἐμὲ ὠφεληθησόμενος , ἐργὼ δʹ οὐκ ὠφελήσω σʹ οὐδέν , καὶ σὺ μὲν ὡς πρὸς φιλόσοφον , ἐγὼ δʹ οὐδὲν ἐρῶ σοι ὡς φιλόσοφος .
3.1.11 πῶς δὲ καὶ ὠμόν ἐστι πρὸς αὐτόν σε τὸ περιιδεῖν ἀνεπανόρθωτον ἄν ποθʹ ὕστερον φρένας σχῇς , εὐλόγως μοι ἐγκαλέσεις ·