3.1.12 τί εἶδεν ἐν ἐμοὶ Ἐπίκτητος , ἵνα βλέπων με τοιοῦτον εἰσερχόμενον πρὸς αὐτὸν οὕτως αἰσχρῶς ἔχοντα περιίδῃ καὶ μηδέποτε μηδὲ ῥῆμα εἴπῃ ;
3.1.13 οὕτως μου ἀπέγνω ; νέος οὐκ ἤμην ; οὐκ ἤμην λόγου ἀκουστικός ; πόσοι δʹ ἄλλοι νέοι ἐφʹ ἡλικίας πολλὰ τοιαῦτα διαμαρτάνουσιν ;
3.1.14 τινά ποτʹ ἀκούω Πολέμωνα ἐξ ἀκολαστοτάτου νεανίσκου τοσαύτην μεταβολὴν μεταβαλεῖν . ἔστω , οὐκ ᾤετό με Πολέμωνα ἔσεσθαι · τὴν μὲν κόμην ἠδύνατό μου διορθῶσαι , τὰ μὲν περιάμματά μου περιελεῖν , ψιλούμενόν με παῦσαι ἠδύνατο , ἀλλὰ βλέπων με
3.1.15 τίνος εἴπω ; σχῆμα ἔχοντα ἐσιώπα . ἐγὼ οὐ λέγω , τίνος ἐστὶ τὸ σχῆμα τοῦτο · σὺ δʹ αὐτὸ ἐρεῖς τόθʹ , ὅταν εἰς σαυτὸν ἔλθῃς , καὶ γνώσει , οἷόν ἐστι καὶ τίνες αὐτὸ ἐπιτηδεύουσι .
3.1.16 τοῦτό μοι ὕστερον ἂν ἐγκαλῇς , τί ἕξω ἀπολογήσασθαι ; ναί · ἀλλʹ ἐρῶ καὶ οὐ πεισθήσεται . τῷ γὰρ Ἀπόλλωνι ἐπείσθη Λάιος ; οὐκ ἀπελθὼν καὶ μεθυσθεὶς χαίρειν εἶπεν τῷ χρησμῷ ; τί οὖν ; παρὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν αὐτῷ Ἀπόλλων τὰς ἀληθείας ;
3.1.17 καίτοι ἐγὼ μὲν οὐκ οἶδα οὔτʹ εἰ πεισθήσῃ μοι οὔτʹ εἰ μή · ἐκεῖνος δʹ ἀκριβέστατα ᾔδει , ὅτι οὐ πεισθήσεται , καὶ ὅμως εἶπεν .