3.1.39 Ἑρμῆς καταβὰς ἔμελλεν αὐτῷ λέγειν ταῦτα καὶ σοὶ νῦν λέγουσιν οἱ θεοὶ ταῦτα Ἑρμείαν πέμψαντες διάκτορον ἀργειφόντην μὴ ἐκστρέφειν τὰ καλῶς ἔχοντα μηδὲ περιεργάζεσθαι , ἀλλʹ ἀφεῖναι τὸν ἄνδρα ἄνδρα , τὴν γυναῖκα γυναῖκα , τὸν καλὸν ἄνθρωπον ὡς καλὸν ἄνθρωπον , τὸν αἰσχρὸν ὡς ἄνθρωπον αἰσχρόν . ὅτι οὐκ εἶ κρέας οὐδὲ τρίχες , ἀλλὰ προαίρεσις ·
3.1.40 ταύτην ἂν σχῇς καλήν , τότʹ ἔστι καλός .
3.1.41 μέχρι δὲ νῦν οὐ τολμῶ σοι λέγειν , ὅτι αἰσχρὸς εἶ · δοκεῖς γάρ μοι πάντα θέλειν ἀκοῦσαι τοῦτο .
3.1.42 ἀλλʹ ὅρα , τί λέγει Σωκράτης τῷ καλλίστῳ πάντων καὶ ὡραιοτάτῳ Ἀλκιβιάδῃ · πειρῶ οὖν καλὸς εἶναι . τί αὐτῷ λέγει ; πλάσσε σου τὴν κόμην καὶ τίλλε σου τὰ σκέλη ; μὴ γένοιτο · ἀλλὰ κόσμει σου τὴν προαίρεσιν , ἔξαιρε τὰ φαῦλα δόγματα .
3.1.43 τὸ σωμάτιον οὖν πῶς ; ὡς πέφυκεν . ἄλλῳ τούτων ἐμέλησεν · ἐκείνῳ ἐπίστρεψον .
3.1.44 τί οὖν ; ἀκάθαρτον δεῖ εἶναι ; μὴ γένοιτο · ἀλλʹ ὃς εἶ καὶ πέφυκας , τοῦτον κάθαιρε , ἄνδρα ὡς ἄνδρα καθάριον εἶναι , γυναῖκα ὡς γυναῖκα , παιδίον ὡς παιδίον .
3.1.45 οὔ · ἀλλὰ καὶ τοῦ λέοντος ἐκτίλωμεν τὴν κόμην , ἵνα μὴ ἀκάθαρτος , καὶ τοῦ ἀλεκτρυόνος τὸν λόφον · δεῖ γὰρ καὶ τοῦτον καθάριον εἶναι . ἀλλʹ ὡς ἀλεκτρυόνα καὶ ἐκεῖνον ὡς λέοντα καὶ τὸν κυνηγετικὸν κύνα ὡς κυνηγετικόν .
3.2.head περὶ τίνα ἀσκεῖσθαι δεῖ τὸν προκόψοντα καὶ ὅτι τῶν κυριωτάτων ἀμελοῦμεν .