3.4.4 ὅρα πῶς ἐπίτροπος τοῦ Καίσαρος θεωρεῖ · κέκραγεν · κἀγὼ τοίνυν κραυγάσω . ἀναπηδᾷ · κἀγὼ ἀναπηδήσω . οἱ δοῦλοι αὐτοῦ διακάθηνται κραυγάζοντες · ἐγὼ δʹ οὐκ ἔχω δούλους · ἀντὶ πάντων αὐτὸς ὅσον δύναμαι κραυγάσω .
3.4.5 εἰδέναι σε οὖν δεῖ , ὅταν εἰσέρχῃ εἰς τὸ θέατρον , ὅτι κανὼν εἰσέρχῃ καὶ παράδειγμα τοῖς ἄλλοις , πῶς αὐτοὺς δεῖ θεωρεῖν .
3.4.6 τί οὖν σε ἐλοιδόρουν ; ὅτι πᾶς ἄνθρωπος μισεῖ τὸ ἐμποδίζον . ἐκεῖνοι στεφανωθῆναι ἤθελον τὸν δεῖνα , σὺ ἕτερον · ἐκεῖνοι σοὶ ἐνεπόδιζον καὶ σὺ ἐκείνοις . σὺ εὑρίσκου ἰσχυρότερος · ἐκεῖνοι ἐδύναντο ἐποίουν , ἐλοιδόρουν τὸ ἐμποδίζον .
3.4.7 τί οὖν θέλεις ; ἵνα σὺ μὲν ποιῇς θέλεις , ἐκεῖνοι δὲ μηδʹ εἴπωσιν θέλουσιν ; καὶ τί θαυμαστόν ; οἱ γεωργοὶ τὸν Δία οὐ λοιδοροῦσιν , ὅταν ἐμποδίζωνται ὑπʹ αὐτοῦ ; οἱ ναῦται οὐ λοιδοροῦσι ; τὸν Καίσαρα παύονται λοιδοροῦντες ;
3.4.8 τί οὖν ; οὐ γιγνώσκει Ζεύς ; τῷ Καίσαρι οὐκ ἀπαγγέλλονται τὰ λεγόμενα ; τί οὖν ποιεῖ ; οἶδεν ὅτι , ἂν πάντας τοὺς λοιδοροῦντας κολάζῃ , οὐχ ἕξει τίνων ἄρξει .
3.4.9 τί οὖν ; ἔδει εἰσερχόμενον εἰς τὸ θέατρον τοῦτο εἰπεῖν ἄγε ἵνα Σώφρων στεφανωθῇ ; ἀλλʹ ἐκεῖνο ἄγε ἵνα τηρήσω τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν ἐπὶ ταύτης τῆς ὕλης κατὰ φύσιν ἔχουσαν .
3.4.10 ἐμοὶ παρʹ ἐμὲ φίλτερος οὐδείς · γελοῖον οὖν , ἵνʹ ἄλλος νικήσῃ κωμῳδῶν , ἐμὲ βλάπτεσθαι .