3.6.10 διὸ καὶ Ῥοῦφος τὰ πολλὰ ἀπέτρεπεν τούτῳ δοκιμαστηρίῳ χρώμενος τῶν εὐφυῶν καὶ ἀφυῶν . ἔλεγε γὰρ ὅτι ὡς λίθος , κἂν ἀναβάλῃς , ἐνεχθήσεται κάτω ἐπὶ γῆν κατὰ τὴν αὑτοῦ κατασκευήν , οὕτως καὶ εὐφυής , ὅσῳ μᾶλλον ἀποκρούεταί τις αὐτόν , τοσούτῳ μᾶλλον νεύει ἐφʹ πέφυκεν .
3.7.head πρὸς τὸν διορθωτὴν τῶν ἐλευθέρων πόλεων Ἐπικούρειον ὄντα .
3.7.1 τοῦ δὲ διορθωτοῦ εἰσελθόντος πρὸς αὐτὸν ( ἦν δʹ οὗτος Ἐπικούρειος ) ἄξιον , ἔφη , τοὺς ἰδιώτας ἡμᾶς παρʹ ὑμῶν τῶν φιλοσόφων πυνθάνεσθαι , καθάπερ τοὺς εἰς ξένην πόλιν ἐλθόντας παρὰ τῶν πολιτῶν καὶ εἰδότων , τί κράτιστόν ἐστιν ἐν κόσμῳ , ἵνα καὶ αὐτοὶ ἱστορήσαντες μετίωμεν , ὡς ἐκεῖνοι τὰ ἐν ταῖς πόλεσι , καὶ θεώμεθα .
3.7.2 ὅτι μὲν γὰρ τρία ἐστὶ περὶ τὸν ἄνθρωπον , ψυχὴ καὶ σῶμα καὶ τὰ ἐκτός , σχεδὸν οὐδεὶς ἀντιλέγει · λοιπὸν ὑμέτερόν ἐστιν ἀποκρίνασθαι , τί ἐστι τὸ κράτιστον . τί ἐροῦμεν τοῖς ἀνθρώποις ;
3.7.3 τὴν σάρκα ; καὶ διὰ ταύτην Μάξιμος ἔπλευσεν μέχρι Κασσιόπης χειμῶνος μετὰ τοῦ υἱοῦ προπέμπων , ἵνʹ ἡσθῇ τῇ σαρκί ;
3.7.4 ἀρνησαμένου δʹ ἐκείνου καὶ εἰπόντος Μὴ γένοιτο · οὐ προσήκει περὶ τὸ κράτιστον ἐσπουδακέναι ; πάντων μάλιστα προσήκει . τί οὖν κρεῖσσον ἔχομεν τῆς σαρκός ; τὴν ψυχήν , ἔφη . ἀγαθὰ δὲ τὰ τοῦ κρατίστου κρείττονά ἐστιν τὰ τοῦ φαυλοτέρου ;
3.7.5 τὰ τοῦ κρατίστου . ψυχῆς δὲ ἀγαθὰ πότερον προαιρετικά ἐστιν ἀπροαίρετα ; προαιρετικά . προαιρετικὸν οὖν ἐστιν ἡδονὴ ψυχική ;