3.10.8 θεός σοι λέγει δός μοι ἀπόδειξιν , εἰ νομίμως ἤθλησας , εἰ ἔφαγες ὅσα δεῖ , εἰ ἐγυμνάσθης , εἰ τοῦ ἀλείπτου ἤκουσας · εἶτʹ ἐπʹ αὐτοῦ τοῦ ἔργου καταμαλακίζῃ ; νῦν τοῦ πυρέττειν καιρός ἐστιν , τοῦτο καλῶς γινέσθω · τοῦ διψᾶν , δίψα καλῶς · τοῦ πεινᾶν , πείνα καλῶς .
3.10.9 οὐκ ἐξἔστιν ἐπὶ σοί ; τίς σε κωλύσει ; ἀλλὰ πιεῖν μὲν κωλύσει ἰατρός , καλῶς δὲ διψᾶν οὐ δύναται · καὶ φαγεῖν μὲν κωλύσει , πεινᾶν δὲ καλῶς οὐ δύναται . ἀλλʹ οὐ φιλολογῶ ;
3.10.10 τίνος δʹ ἕνεκα φιλολογεῖς ; ἀνδράποδον , οὐχ ἵνα εὐροῇς ; οὐχ ἵνα εὐσταθῇς ; οὐχ ἵνα κατὰ φύσιν ἔχῃς καὶ διεξάγῃς ;
3.10.11 τί κωλύει πυρέσσοντα κατὰ φύσιν ἔχειν τὸ ἡγεμονικόν ; ἐνθάδʹ ἔλεγχος τοῦ πράγματος , δοκιμασία τοῦ φιλοσοφοῦντος . μέρος γάρ ἐστι καὶ τοῦτο τοῦ βίου , ὡς περίπατος , ὡς πλοῦς , ὡς ὁδοιπορία , οὕτως καὶ πυρετός .
3.10.12 μή τι περιπατῶν ἀναγιγνώσκεις ; οὔ . οὕτως οὐδὲ πυρέσσων . ἀλλʹ ἂν καλῶς περιπατῇς , ἔχεις τὸ τοῦ περιπατοῦντος · ἂν καλῶς πυρέξῃς , ἔχεις τὰ τοῦ πυρέσσοντος .