3.10.13 τί ἐστι καλῶς πυρέσσειν ; μὴ θεὸν μέμψασθαι , μὴ ἄνθρωπον , μὴ θλιβῆναι ὑπὸ τῶν γινομένων , εὖ καὶ καλῶς προσδέχεσθαι τὸν θάνατον , ποιεῖν τὰ προστασσόμενα · ὅταν ἰατρὸς εἰσέρχηται , μὴ φοβεῖσθαι , τί εἴπῃ , μηδʹ ἂν εἴπῃ κομψῶς ἔχεις , ὑπερχαίρειν · τί γάρ σοι ἀγαθὸν εἶπεν ; ὅτε γὰρ ὑγίαινες , τί σοι ἦν ἀγαθόν ;
3.10.14 μηδʹ ἂν εἴπῃ κακῶς ἔχεις , ἀθυμεῖν · τί γάρ ἐστι τὸ κακῶς ἔχειν ; ἐγγίζειν τῷ διαλυθῆναι τὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ σώματος . τί οὖν δεινόν ἐστιν ; ἐὰν νῦν μὴ ἐγγίσῃς , ὕστερον οὐκ ἐγγιεῖς ; ἀλλὰ κόσμος μέλλει ἀνατρέπεσθαι σοῦ ἀποθανόντος ;
3.10.15 τί οὖν κολακεύεις τὸν ἰατρόν ; τί λέγεις ἐὰν σὺ θέλῃς , κύριε , καλῶς ἕξω ; τί παρέχεις αὐτῷ ἀφορμὴν τοῦ ἐπᾶραι ὀφρῦν ; οὐχὶ δὲ τὴν αὑτοῦ ἀξίαν αὐτῷ ἀποδίδως , ὡς σκυτεῖ περὶ τὸν πόδα , ὡς τέκτονι περὶ τὴν οἰκίαν , οὕτως καὶ τῷ ἰατρῷ περὶ τὸ σωμάτιον , τὸ οὐκ ἐμόν , τὸ φύσει νεκρόν ; τούτων καιρός ἐστι τῷ πυρέσσοντι · ἂν ταῦτα ἐκπληρώσῃ , ἔχει τὰ αὑτοῦ .
3.10.16 οὐ γάρ ἐστιν ἔργον τοῦ φιλοσόφου ταῦτα τὰ ἐκτὸς τηρεῖν , οὔτε τὸ οἰνάριον οὔτε τὸ ἐλάδιον οὔτε τὸ σωμάτιον , ἀλλὰ τί ; τὸ ἴδιον ἡγεμονικόν . τὰ δʹ ἔξω πῶς ; μέχρι τοῦ μὴ ἀλογίστως κατὰ ταῦτα ἀναστρέφεσθαι .
3.10.17 ποῦ οὖν ἔτι καιρὸς τοῦ φοβεῖσθαι ; ποῦ οὖν ἔτι καιρὸς ὀργῆς ; ποῦ φόβου περὶ τῶν ἀλλοτρίων , περὶ τῶν μηδενὸς ἀξίων ;