3.12.16 καὶ λοιπὸν ὅσα τῷ σώματι προσάγεται ὑπὸ τῶν γυμναζόντων αὐτό , ἂν μὲν ὧδέ που ῥέπῃ πρὸς ὄρεξιν καὶ ἔκκλισιν , εἴη ἂν καὶ αὐτὰ ἀσκητικά · ἂν δὲ πρὸς ἐπίδειξιν , ἔξω νενευκότος ἐστὶ καὶ ἄλλο τι θηρωμένου καὶ θεατὰς ζητοῦντος τοὺς ἐροῦντας ὦς μεγάλου ἀνθρώπου .
3.12.17 διὰ τοῦτο καλῶς ὁ Ἀπολλώνιος ἔλεγεν ὅτι ὅταν θέλῃς σαυτῷ ἀσκῆσαι , διψῶν ποτε καύματος ἐφέλκυσαι βρόγχον ψυχροῦ καὶ ἔκπτυσον καὶ μηδενὶ εἴπῃς .
3.13.head τί ἐρημία καὶ ποῖος ἔρημος .
3.13.1 ἐρημία ἐστὶ κατάστασίς τις ἀβοηθήτου . οὐ γὰρ ὁ μόνος ὢν εὐθὺς καὶ ἔρημος , ὥσπερ οὐδʹ ὁ ἐν πολλοῖς ὢν οὐκ ἔρημος .
3.13.2 ὅταν γοῦν ἀπολέσωμεν ἢ ἀδελφὸν ἢ υἱὸν ἢ φίλον , ᾧ προσαναπαυόμεθα , λέγομεν ἀπολελεῖφθαι ἔρημοι , πολλάκις ἐν Ῥώμῃ ὄντες , τοσούτου ὄχλου ἡμῖν ἀπαντῶντος καὶ τοσούτων συνοικούντων , ἔσθʹ ὅτε πλῆθος δούλων ἔχοντες .
3.13.3 θέλει γὰρ ὁ ἔρημος κατὰ τὴν ἔννοιαν ἀβοήθητός τις εἶναι καὶ ἐκκείμενος τοῖς βλάπτειν βουλομένοις . διὰ τοῦτο , ὅταν ὁδεύωμεν , τότε μάλιστα ἐρήμους λέγομεν ἑαυτούς , ὅταν εἰς λῃστὰς ἐμπέσωμεν . οὐ γὰρ ἀνθρώπου ὄψις ἐξαιρεῖται ἐρημίας , ἀλλὰ πιστοῦ καὶ αἰδήμονος καὶ ὠφελίμου .
3.13.4 ἐπεὶ εἰ τὸ μόνον εἶναι ἀρκεῖ πρὸς τὸ ἔρημον εἶναι , λέγε ὅτι καὶ ὁ Ζεὺς ἐν τῇ ἐκπυρώσει ἔρημός ἐστι καὶ κατακλαίει αὐτὸς ἑαυτοῦ · τάλας ἐγώ , οὔτε τὴν Ἥραν ἔχω οὔτε τὴν Ἀθηνᾶν οὔτε τὸν Ἀπόλλωνα οὔτε ὅλως ἢ ἀδελφὸν ἢ υἱὸν ἢ ἔγγονον ἢ συγγενῆ .