3.20.1 ἐπὶ τῶν θεωρητικῶν φαντασιῶν πάντες σχεδὸν τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακὸν ἐν ἡμῖν ἀπέλιπον , οὐχὶ δʹ ἐν τοῖς ἐκτός .
3.20.2 οὐδεὶς λέγει ἀγαθὸν τὸ ἡμέραν εἶναι , κακὸν τὸ νύκτα εἶναι , μέγιστον δὲ κακῶν τὸ τρία τέσσαρα εἶναι . ἀλλὰ τί ;
3.20.3 τὴν μὲν ἐπιστήμην ἀγαθόν , τὴν δʹ ἀπάτην κακόν , ὥστε καὶ περὶ αὐτὸ τὸ ψεῦδος ἀγαθὸν συνίστασθαι , τὴν ἐπιστήμην τοῦ ψεῦδος εἶναι αὐτό .
3.20.4 ἔδει οὖν οὕτως καὶ ἐπὶ τοῦ βίου . ὑγεία ἀγαθόν , νόσος δὲ κακόν ; οὔ , ἄνθρωπε . ἀλλὰ τί ; τὸ καλῶς ὑγιαίνειν ἀγαθόν , τὸ κακῶς κακόν . ὥστε καὶ ἀπὸ νόσου ἔστιν ὠφεληθῆναι ; τὸν θεόν σοι , ἀπὸ θανάτου γὰρ οὐκ ἔστιν ; ἀπὸ πληρώσεως γὰρ οὐκ ἔστιν ,
3.20.5 μικρά σοι δοκεῖ Μενοικεὺς ὠφεληθῆναι , ὅτʹ ἀπέθνῃσκεν ; τοιαῦτά τις εἰπὼν ὠφεληθείη οἷα ἐκεῖνος ὠφελήθη . ἔα , ἄνθρωπε , οὐκ ἐτήρησεν τὸν φιλόπατριν , τὸν μεγαλόφρονα , τὸν πιστόν , τὸν γενναῖον ; ἐπιζήσας δὲ οὐκ ἀπώλλυεν ταῦτα πάντα ;
3.20.6 οὐ περιεποιεῖτο τὰ ἐναντία ; τὸν δειλὸν οὐκ ἀνελάμβανεν , τὸν ἀγεννῆ , τὸν μισόπατριν , τὸν φιλόψυχον ; ἄγε δοκεῖ σοι μικρὰ ὠφεληθῆναι ἀποθανών ;
3.20.7 οὔ · ἀλλʹ τοῦ Ἀδμήτου πατὴρ μεγάλα ὠφελήθη ζήσας οὕτως ἀγεννῶς καὶ ἀθλίως ;