3.22.14 ἐκεῖνο γὰρ εἰδέναι σε δεῖ , ὅτι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τοὺς τοίχους προβέβληνται καὶ τὰς οἰκίας καὶ τὸ σκότος , ὅταν τι τῶν τοιούτων ποιῶσιν , καὶ τὰ κρύψοντα πολλὰ ἔχουσιν . κέκλεικε τὴν θύραν , ἕστακέν τινα πρὸ τοῦ κοιτῶνος · ἄν τις ἔλθῃ , λέγε ὅτι ἔξω ἐστίν , οὐ σχολάζει .
3.22.15 Κυνικὸς δʹ ἀντὶ πάντων τούτων ὀφείλει τὴν αἰδῶ προβεβλῆσθαι · εἰ δὲ μή , γυμνὸς καὶ ἐν ὑπαίθρῳ ἀσχημονήσει . τοῦτο οἰκία ἐστὶν αὐτῷ , τοῦτο θύρα , τοῦτο οἱ ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος , τοῦτο σκότος .
3.22.16 οὔτε γὰρ θέλειν τι δεῖ ἀποκρύπτειν αὐτὸν τῶν ἑαυτοῦ ( εἰ δὲ μή , ἀπῆλθεν , ἀπώλεσε τὸν Κυνικόν , τὸν ὕπαιθρον , τὸν ἐλεύθερον , ἦρκταί τι τῶν ἐντὸς φοβεῖσθαι , ἦρκται χρείαν ἔχειν τοῦ ἀποκρύψοντος ) οὔτε ὅταν θέλῃ δύναται . ποῦ γὰρ αὑτὸν ἀποκρύψῃ πῶς ;
3.22.17 ἂν δʹ ἀπὸ τύχης ἐμπέσῃ παιδευτὴς κοινός , παιδαγωγός , οἷα πάσχειν ἀνάγκη ;
3.22.18 ταῦτʹ οὖν δεδοικότα ἐπιθαρρεῖν οἷόν τʹ ἔτι ἐξ ὅλης ψυχῆς ἐπιστατεῖν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ;
3.22.19 ἀμήχανον , ἀδύνατον . πρῶτον οὖν τὸ ἡγεμονικόν σε δεῖ τὸ σαυτοῦ καθαρὸν ποιῆσαι καὶ τὴν ἔνστασιν ταύτην ·
3.22.20 νῦν ἐμοὶ ὕλη ἐστὶν ἐμὴ διάνοια , ὡς τῷ τέκτονι τὰ ξύλα , ὡς τῷ σκυτεῖ τὰ δέρματα · ἔργον δʹ ὀρθὴ χρῆσις τῶν φαντασιῶν .
3.22.21 τὸ σωμάτιον δὲ οὐδὲν πρὸς ἐμέ · τὰ τούτου μέρη οὐδὲν πρὸς ἐμέ . θάνατος ; ἐρχέσθω , ὅταν θέλῃ , εἴτε ὅλου εἴτε μέρους τινός .