3.22.22 φυγή ; καὶ ποῦ δύναταί τις ἐκβαλεῖν ; ἔξω τοῦ κόσμου οὐ δύναται . ὅπου δʹ ἂν ἀπέλθω , ἐκεῖ ἥλιος , ἐκεῖ σελήνη , ἐκεῖ ἄστρα , ἐνύπνια , οἰωνοί , πρὸς θεοὺς ὁμιλία .
3.22.23 εἶθʹ οὕτως παρασκευασάμενον οὐκ ἔστι τούτοις ἀρκεῖσθαι τὸν ταῖς ἀληθείαις Κυνικόν , ἀλλʹ εἰδέναι δεῖ , ὅτι ἄγγελος ἀπὸ τοῦ Διὸς ἀπέσταλται καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν ὑποδείξων αὐτοῖς , ὅτι πεπλάνηνται καὶ ἀλλαχοῦ ζητοῦσι τὴν οὐσίαν τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ , ὅπου οὐκ ἔστιν , ὅπου δʹ ἔστιν , οὐκ ἐνθυμοῦνται ,
3.22.24 καὶ ὡς Διογένης ἀπαχθεὶς πρὸς Φίλιππον μετὰ τὴν ἐν Χαιρωνείᾳ μάχην κατάσκοπος εἶναι . τῷ γὰρ ὄντι κατάσκοπός ἐστιν Κυνικὸς τοῦ τίνα ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις φίλα καὶ τίνα πολέμια .
3.22.25 καὶ δεῖ αὐτὸν ἀκριβῶς κατασκεψάμενον ἐλθόντʹ ἀπαγγεῖλαι τἀληθῆ μήθʹ ὑπὸ φόβου ἐκπλαγέντα , ὥστε τοὺς μὴ ὄντας πολεμίους δεῖξαι , μήτε τινὰ ἄλλον τρόπον ὑπὸ τῶν φαντασιῶν παραταραχθέντα συγχυθέντα .
3.22.26 δεῖ οὖν αὐτὸν δύνασθαι ἀνατεινάμενον , ἂν οὕτως τύχῃ , καὶ ἐπὶ σκηνὴν τραγικὴν ἀνερχόμενον λέγειν τὸ τοῦ Σωκράτους · ἰὼ ἄνθρωποι , ποῖ φέρεσθε ; τί ποιεῖτε , ταλαίπωροι ; ὡς τυφλοὶ ἄνω καὶ κάτω κυλίεσθε · ἄλλην ὁδὸν ἀπέρχεσθε τὴν οὖσαν ἀπολελοιπότες , ἀλλαχοῦ ζητεῖτε τὸ εὔρουν καὶ τὸ εὐδαιμονικόν , ὅπου οὐκ ἔστιν , οὐδʹ ἄλλου δεικνύοντος πιστεύετε .