3.22.70 ὅρα γάρ , ὅτι αὐτὸν ἀποδεικνύναι δεῖ τινα τῷ πενθερῷ , ἀποδιδόναι τοῖς ἄλλοις συγγενέσι τῆς γυναικός , αὐτῇ τῇ γυναικί · εἰς νοσοκομίας λοιπὸν ἐκκλείεται , εἰς πορισμόν .
3.22.71 ἵνα τἆλλα ἀφῶ , δεῖ αὐτὸν κουκκούμιον , ὅπου θερμὸν ποιήσει τῷ παιδίῳ , ἵνʹ αὐτὸ λούσῃ εἰς σκάφην · ἐρίδια τεκούσῃ τῇ γυναικί , ἔλαιον , κραβάττιον , ποτήριον ( γίνεται ἤδη πλείω σκευάρια )
3.22.72 · τὴν ἄλλην ἀσχολίαν , τὸν περισπασμόν . ποῦ μοι λοιπὸν ἐκεῖνος βασιλεὺς τοῖς κοινοῖς προσευκαιρῶν , λαοί τʹ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλεν · ὃν δεῖ τοὺς ἄλλους ἐπισκοπεῖν , τοὺς γεγαμηκότας , τοὺς πεπαιδοποιημένους , τίς καλῶς χρῆται τῇ αὑτοῦ γυναικί , τίς κακῶς , τίς διαφέρεται , ποία οἰκία εὐσταθεῖ , ποία οὔ , ὡς ἰατρὸν περιερχόμενον καὶ τῶν σφυγμῶν ἁπτόμενον ;
3.22.73 σὺ πυρέττεις , σὺ κεφαλαλγεῖς , σὺ ποδαγρᾷς · σὺ ἀνάτεινον , σὺ φάγε , σὺ ἀλούτησον · σὲ δεῖ τμηθῆναι , σὲ δεῖ καυθῆναι .
3.22.74 ποῦ σχολὴ τῷ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ καθήκοντα ἐνδεδεμένῳ ; οὐ δεῖ αὐτὸν πορίσαι ἱματίδια τοῖς παιδίοις ; ἄγε , πρὸς γραμματιστὴν ἀποστεῖλαι πινακίδια ἔχοντα , γραφεῖα , τιτλάρια , καὶ τούτοις κραβάττιον ἑτοιμάσαι ; οὐ γὰρ ἐκ τῆς κοιλίας ἐξελθόντα δύναται Κυνικὰ εἶναι · εἰ δὲ μή , κρεῖσσον ἦν αὐτὰ γενόμενα ῥῖψαι οὕτως ἀποκτεῖναι .
3.22.75 σκόπει , ποῦ κατάγομεν τὸν Κυνικόν , πῶς αὐτοῦ τὴν βασιλείαν ἀφαιρούμεθα .