3.22.63 ἔφη . δεῖ γὰρ αὐτὸν ἄλλον εἶναι τοιοῦτον , ἵνʹ ἄξιος φίλος αὐτοῦ ἀριθμεῖσθαι . κοινωνὸν αὐτὸν εἶναι δεῖ τοῦ σκήπτρου καὶ τῆς βασιλείας καὶ διάκονον ἄξιον , εἰ μέλλει φιλίας ἀξιωθήσεσθαι , ὡς Διογένης Ἀντισθένους ἐγένετο , ὡς Κράτης Διογένους .
3.22.64 δοκεῖ σοι , ὅτι , ἂν χαίρειν αὐτῷ λέγῃ προσερχόμενος , φίλος ἐστὶν αὐτοῦ κἀκεῖνος αὐτὸν ἄξιον ἡγήσεται τοῦ πρὸς αὐτὸν εἰσελθεῖν ;
3.22.65 ὥστε ἄν σοι δοκῇ καὶ ἐνθυμηθῇς τι τοιοῦτον , κοπρίαν μᾶλλον περιβλέπου κομψήν , ἐν πυρέξεις , ἀποσκέπουσαν τὸν βορέαν , ἵνα μὴ περιψυγῇς .
3.22.66 σὺ δέ μοι δοκεῖς θέλειν εἰς οἶκόν τινος ἀπελθὼν διὰ χρόνου χορτασθῆναι . τί οὖν σοι καὶ ἐπιχειρεῖν πράγματι τηλικούτῳ ;
3.22.67 γάμος δʹ , ἔφη , καὶ παῖδες προηγουμένως παραληφθήσονται ὑπὸ τοῦ Κυνικοῦ ; ἄν μοι σοφῶν , ἔφη , δῷς πόλιν , τάχα μὲν οὐδʹ ἥξει τις ῥᾳδίως ἐπὶ τὸ κυνίζειν . τίνων γὰρ ἕνεκα ἀναδέξηται ταύτην τὴν διεξαγωγήν ; ὅμως δʹ ἂν ὑποθώμεθα ,
3.22.68 οὐδὲν κωλύσει καὶ γῆμαι αὐτὸν καὶ παιδοποιήσασθαι . καὶ γὰρ γυνὴ αὐτοῦ ἔσται ἄλλη τοιαύτη καὶ πενθερὸς ἄλλος τοιοῦτος καὶ τὰ παιδία οὕτως ἀνατραφήσεται .
3.22.69 τοιαύτης δʹ οὔσης καταστάσεως , οἵα νῦν ἐστιν , ὡς ἐν παρατάξει , μή ποτʹ ἀπερίσπαστον εἶναι δεῖ τὸν Κυνικόν , ὅλον πρὸς τῇ διακονίᾳ τοῦ θεοῦ , ἐπιφοιτᾶν ἀνθρώποις δυνάμενον , οὐ προσδεδεμένον καθήκουσιν ἰδιωτικοῖς οὐδʹ ἐμπεπλεγμένον σχέσεσιν , ἃς παραβαίνων οὐκέτι σώσει τὸ τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ πρόσωπον , τηρῶν δʹ ἀπολεῖ τὸν ἄγγελον καὶ κατάσκοπον καὶ κήρυκα τῶν θεῶν ;