3.22.82 σὺ δοκεῖς ὑπὸ περιεργίας λοιδορεῖσθαι τοῖς ἀπαντῶσιν ; ὡς πατὴρ αὐτὸ ποιεῖ , ὡς ἀδελφὸς καὶ τοῦ κοινοῦ πατρὸς ὑπηρέτης τοῦ Διός .
3.22.83 ἄν σοι δόξῃ , πυθοῦ μου καὶ εἰ πολιτεύσεται . σαννίων , μείζονα πολιτείαν ζητεῖς , ἧς πολιτεύσεται ;
3.22.84 ἐν Ἀθηναίοις παρελθὼν ἐρεῖ τις περὶ προσόδων πόρων , ὃν δεῖ πᾶσιν ἀνθρώποις διαλέγεσθαι , ἐπίσης μὲν Ἀθηναίοις , ἐπίσης δὲ Κορινθίοις , ἐπίσης δὲ Ῥωμαίοις οὐ περὶ πόρων οὐδὲ περὶ προσόδων οὐδὲ περὶ εἰρήνης πολέμου , ἀλλὰ περὶ εὐδαιμονίας καὶ κακοδαιμονίας , περὶ εὐτυχίας καὶ δυστυχίας , περὶ δουλείας καὶ ἐλευθερίας ;
3.22.85 τηλικαύτην πολιτείαν πολιτευομένου ἀνθρώπου σύ μου πυνθάνῃ εἰ πολιτεύσεται ; πυθοῦ μου καί , εἰ ἄρξει · πάλιν ἐρῶ σοι · μωρέ , ποίαν ἀρχὴν μείζονα , ἧς ἄρχει ;
3.22.86 χρεία μέντοι καὶ σώματος ποιοῦ τῷ τοιούτῳ . ἐπεί τοι ἂν φθισικὸς προέρχηται , λεπτὸς καὶ ὠχρός , οὐκέτι ὁμοίαν ἔμφασιν μαρτυρία αὐτοῦ ἔχει .
3.22.87 δεῖ γὰρ αὐτὸν οὐ μόνον τὰ τῆς ψυχῆς ἐπιδεικνύοντα παριστάνειν τοῖς ἰδιώταις ὅτι ἐνδέχεται δίχα τῶν θαυμαζομένων εἶναι ὑπʹ αὐτῶν καλὸν καὶ ἀγαθόν , ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ σώματος ἐνδείκνυσθαι , ὅτι ἀφελὴς καὶ λιτὴ καὶ ὕπαιθρος δίαιτα οὐδὲ τὸ σῶμα λυμαίνεται ·
3.22.88 ἰδοὺ καὶ τούτου μάρτυς εἰμὶ ἐγὼ καὶ τὸ σῶμα τὸ ἐμόν . ὡς Διογένης ἐποίει · στίλβων γὰρ περιήρχετο καὶ κατʹ αὐτὸ τὸ σῶμα ἐπέστρεφε τοὺς πολλούς .