3.24.81 κἂν ἄλλους πάλιν ἔχῃς συνήθεις καὶ φίλους , ἕξεις πλείονα τοῦ οἰμώζειν αἴτια , κἂν πρὸς ἄλλην χώραν προσπαθῇς . τί οὖν ζῇς ; ἵνα λύπας ἄλλας ἐπʹ ἄλλαις περιβάλῃ , διʹ ἃς ἀτυχεῖς ;
3.24.82 εἶτά μοι καλεῖς τοῦτο φιλοστοργίαν ; ποίαν , ἄνθρωπε , φιλοστοργίαν ; εἰ ἀγαθόν ἐστιν , οὐδενὸς κακοῦ αἴτιον γίνεται · εἰ κακόν ἐστιν , οὐδέν μοι καὶ αὐτῇ ἐγὼ πρὸς τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐμαυτοῦ πέφυκα , πρὸς κακὰ οὐ πέφυκα .
3.24.83 τίς οὖν πρὸς τοῦτο ἄσκησις ; πρῶτον μὲν ἀνωτάτω καὶ κυριωτάτη καὶ εὐθὺς ὥσπερ ἐν πύλαις , ὅταν τινὶ προσπάσχῃς , οὐδενὶ τῶν ἀναφαιρέτων , ἀλλά τινι τοιούτῳ γένει , οἷόν ἐστι χύτρα , οἷον ὑάλινον ποτήριον , ἵνʹ ὅταν καταγῇ , μεμνημένος μὴν μὴ ταραχθῇς .
3.24.84 οὕτως καὶ ἐνθάδʹ , ἐὰν παιδίον σαυτοῦ καταφιλῇς , ἐὰν ἀδελφόν , ἐὰν φίλον , μηδέποτε ἐπιδῷς τὴν φαντασίαν εἰς ἅπαν μηδὲ τὴν διάχυσιν ἐάσῃς προελθεῖν ἐφʹ ὅσον αὐτὴ θέλει , ἀλλʹ ἀντίσπασον , κώλυσον , οἷον οἱ τοῖς θριαμβεύουσιν ἐφεστῶτες ὄπισθεν καὶ ὑπομιμνῄσκοντες , ὅτι ἄνθρωποί εἰσιν .
3.24.85 τοιοῦτόν τι καὶ σὺ ὑπομίμνῃσκε σεαυτόν , ὅτι θνητὸν φιλεῖς , οὐδὲν τῶν σεαυτοῦ φιλεῖς · ἐπὶ τοῦ παρόντος σοι δέδοται , οὐκ ἀναφαίρετον οὐδʹ εἰς ἅπαν , ἀλλʹ ὡς σῦκον , ὡς σταφυλή , τῇ τεταγμένῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους · ἂν δὲ χειμῶνος ἐπιποθῇς , μωρὸς εἶ . οὕτως κἂν τὸν υἱὸν τὸν φίλον τότε ποθῇς ,