4.1.2 τίς οὖν θέλει ζῆν ἁμαρτάνων ; — οὐδείς . — τίς θέλει ζῆν ἐξαπατώμενος , προπίπτων , ἄδικος ὤν , ἀκόλαστος , μεμψίμοιρος , ταπεινός ;
4.1.3 — οὐδείς . — οὐδεὶς ἄρα τῶν φαύλων ζῇ ὡς βούλεται · οὐ τοίνυν οὐδʹ ἐλεύθερός ἐστιν .
4.1.4 τίς δὲ θέλει λυπούμενος ζῆν , φοβούμενος , φθονῶν , ἐλεῶν , ὀρεγόμενος καὶ ἀποτυγχάνων , ἐκκλίνων καὶ περιπίπτων ;
4.1.5 — οὐδὲ εἷς . — ἔχομεν οὖν τινα τῶν φαύλων ἄλυπον , ἄφοβον , ἀπερίπτωτον , ἀναπότευκτον ; — οὐδένα . — οὐκ ἄρα οὐδὲ ἐλεύθερον .
4.1.6 ταῦτα ἄν τις ἀκούσῃ δισύπατος , ἂν μὲν προσθῇς ὅτι ἀλλὰ σύ γε σοφὸς εἶ , οὐδὲν πρὸς σὲ ταῦτα , συγγνώσεταί σοι .
4.1.7 ἂν δʹ αὐτῷ τὰς ἀληθείας εἴπῃς ὅτι τῶν τρὶς πεπραμένων οὐδὲν διαφέρεις πρὸς τὸ μὴ καὶ αὐτὸς δοῦλος εἶναι , τί ἄλλο ἢ πληγάς σε δεῖ προσδοκᾶν ;
4.1.8 πῶς γάρ , φησίν , ἐγὼ δοῦλός εἰμι ; ὁ πατὴρ ἐλεύθερος , ἡ μήτηρ ἐλευθέρα , οὗ ὠνὴν οὐδεὶς ἔχει · ἀλλὰ καὶ συγκλητικός εἰμι καὶ Καίσαρος φίλος καὶ ὑπάτευκα καὶ δούλους πολλοὺς ἔχω .
4.1.9 πρῶτον μέν , ὦ βέλτιστε συγκλητικέ , τάχα σου καὶ ὁ πατὴρ τὴν αὐτὴν δουλείαν δοῦλος ἦν καὶ ἡ μήτηρ καὶ ὁ πάππος καὶ ἐφεξῆς πάντες οἱ πρόγονοι .