24.4 ἀλλʹ πατρίς , ὅσον ἐπʹ ἐμοί , φησίν , ἀβοήθητος ἔσται . πάλιν , ποίαν καὶ ταύτην βοήθειαν ; στοὰς οὐχ ἕξει διὰ σὲ οὔτε βαλανεῖα . καὶ τί τοῦτο ; οὐδὲ γὰρ ὑποδήματα ἔχει διὰ τὸν χαλκέα οὐδʹ ὅπλα διὰ τὸν σκυτέα · ἱκανὸν δέ , ἐὰν ἕκαστος ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον . εἰ δὲ ἄλλον τινὰ αὐτῇ κατεσκεύαζες πολίτην πιστὸν καὶ αἰδήμονα , οὐδὲν ἂν αὐτὴν ὠφέλεις ; ναί . οὐκοῦν οὐδὲ σὺ αὐτὸς ἀνωφελὴς ἂν εἴης αὐτῇ . τίνα οὖν ἕξω , φησί , χώραν ἐν τῇ πόλει ; ἣν ἂν δύνῃ φυλάττων ἅμα τὸν πιστὸν καὶ αἰδήμονα .
24.5 εἰ δὲ ἐκείνην ὠφελεῖν βουλόμενος ἀποβαλεῖς ταῦτα , τί ὄφελος ἂν αὐτῇ γένοιο ἀναιδὴς καὶ ἄπιστος ἀποτελεσθείς ;