Γραῦς
989 καὶ ταῦτα τοίνυν οὐχ ἕνεκα μισητίας
990 αἰτεῖν μ’ ἔφασκεν , ἀλλὰ φιλίας οὕνεκα ,
991 ἵνα τοὐμὸν ἱμάτιον φορῶν μεμνῇτό μου .
Χρεμύλος
992 λέγεις ἐρῶντ’ ἄνθρωπον ἐκνομιώτατα .
Γραῦς
993 ἀλλ’ οὐχὶ νῦν βδελυρὸς ἔτι τὸν νοῦν ἔχει
994 τὸν αὐτόν , ἀλλὰ πολὺ μεθέστηκεν πάνυ .
995 ἐμοῦ γὰρ αὐτῷ τὸν πλακοῦντα τουτονὶ
996 καὶ τἄλλα τἀπὶ τοῦ πίνακος τραγήματα
997 ἐπόντα πεμψάσης ὑπειπούσης θ’ ὅτι
998 εἰς ἑσπέραν ἥξοιμι
Χρεμύλος
τί σ’ ἔδρασ’ ; εἰπέ μοι .
Γραῦς
999 ἄμητα προσαπέπεμψεν ἡμῖν τουτονί ,
1000 ἐφ’ τ’ ἐκεῖσε μηδέποτέ μ’ ἐλθεῖν ἔτι ,
1001 καὶ πρὸς ἐπὶ τούτοις εἶπεν ἀποπέμπων ὅτι
1002 " πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι . "
Χρεμύλος
1003 δῆλον ὅτι τοὺς τρόπους τις οὐ μοχθηρὸς ἦν ,
1004 ἔπειτα πλουτῶν οὐκέθ’ ἥδεται φακῇ ·
1005 πρὸ τοῦ δ’ ὑπὸ τῆς πενίας ἅπανθ’ ὑπήσθιεν .
Γραῦς
1006 καὶ μὴν πρὸ τοῦ γ’ ὁσημέραι νὴ τὼ θεὼ
1007 ἐπὶ τὴν θύραν ἐβάδιζεν ἀεὶ τὴν ἐμήν .
Χρεμύλος
1008 ἐπ’ ἐκφοράν ;
Γραῦς
μὰ Δί’ ἀλλὰ τῆς φωνῆς μόνον
1009 ἐρῶν ἀκοῦσαι .
Χρεμύλος
τοῦ λαβεῖν μὲν οὖν χάριν .
Γραῦς
1010 καὶ νὴ Δί’ εἰ λυπουμένην γ’ αἴσθοιτό με ,
1011 νηττάριον ἂν καὶ φάττιον ὑπεκορίζετο .