Διόνυσος
798 φεύξεσθε πάντες · καὶ τόδ’ αἰσχρόν , ἀσπίδας
799 θύρσοισι βακχῶν ἐκτρέπειν χαλκηλάτους
Πενθεύς
800 ἀπόρῳ γε τῷδε συμπεπλέγμεθα ξένῳ ,
801 ὃς οὔτε πάσχων οὔτε δρῶν σιγήσεται .
Διόνυσος
802 τᾶν , ἔτ’ ἔστιν εὖ καταστῆσαι τάδε .
Πενθεύς
803 τί δρῶντα ; δουλεύοντα δουλείαις ἐμαῖς ;
Διόνυσος
804 ἐγὼ γυναῖκας δεῦρ’ ὅπλων ἄξω δίχα .
Πενθεύς
805 οἴμοι · τόδ’ ἤδη δόλιον ἔς με μηχανᾷ .
Διόνυσος
806 ποῖόν τι , σῷσαί σ’ εἰ θέλω τέχναις ἐμαῖς ;
Πενθεύς
807 ξυνέθεσθε κοινῇ τάδ’ , ἵνα βακχεύητ’ ἀεί .
Διόνυσος
808 καὶ μὴν ξυνεθέμην τοῦτό γ’ ἔστι τῷ θεῷ .
Πενθεύς
809 ἐκφέρετέ μοι δεῦρ’ ὅπλα , σὺ δὲ παῦσαι λέγων .
Διόνυσος
810 .
811 βούλῃ σφ’ ἐν ὄρεσι συγκαθημένας ἰδεῖν ;
Πενθεύς
812 μάλιστα , μυρίον γε δοὺς χρυσοῦ σταθμόν .
Διόνυσος
813 τί δ’ εἰς ἔρωτα τοῦδε πέπτωκας μέγαν ;
Πενθεύς
814 λυπρῶς νιν εἰσίδοιμ’ ἂν ἐξῳνωμένας .
Διόνυσος
815 ὅμως δ’ ἴδοις ἂν ἡδέως σοι πικρά ;
Πενθεύς
816 σάφ’ ἴσθι , σιγῇ γ’ ὑπ’ ἐλάταις καθήμενος .
Διόνυσος
817 ἀλλ’ ἐξιχνεύσουσίν σε , κἂν ἔλθῃς λάθρᾳ .
Πενθεύς
818 ἀλλ’ ἐμφανῶς · καλῶς γὰρ ἐξεῖπας τάδε .
Διόνυσος
819 ἄγωμεν οὖν σε κἀπιχειρήσεις ὁδῷ ;
Πενθεύς
820 ἄγ’ ὡς τάχιστα , τοῦ χρόνου δέ σοι φθονῶ .