Ἀγαύη
1233 πάτερ , μέγιστον κομπάσαι πάρεστί σοι ,
1234 πάντων ἀρίστας θυγατέρας σπεῖραι μακρῷ
1235 θνητῶν · ἁπάσας εἶπον , ἐξόχως δ’ ἐμέ ,
1236 τὰς παρ’ ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας
1237 ἐς μείζον’ ἥκω , θῆρας ἀγρεύειν χεροῖν .
1238 φέρω δ’ ἐν ὠλέναισιν , ὡς ὁρᾷς , τάδε
1239 λαβοῦσα τἀριστεῖα , σοῖσι πρὸς δόμοις
1240 ὡς ἀγκρεμασθῇ · σὺ δέ , πάτερ , δέξαι χεροῖν ·
1241 γαυρούμενος δὲ τοῖς ἐμοῖς ἀγρεύμασιν
1242 κάλει φίλους ἐς δαῖτα · μακάριος γὰρ εἶ ,
1243 μακάριος , ἡμῶν τοιάδ’ ἐξειργασμένων .
Κάδμος
1244 πένθος οὐ μετρητὸν οὐδ’ οἷόν τ’ ἰδεῖν ,
1245 φόνον ταλαίναις χερσὶν ἐξειργασμένων .
1246 καλὸν τὸ θῦμα καταβαλοῦσα δαίμοσιν
1247 ἐπὶ δαῖτα Θήβας τάσδε κἀμὲ παρακαλεῖς .
1248 οἴμοι κακῶν μὲν πρῶτα σῶν , ἔπειτ’ ἐμῶν ·
1249 ὡς θεὸς ἡμᾶς ἐνδίκως μέν , ἀλλ’ ἄγαν ,
1250 Βρόμιος ἄναξ ἀπώλεσ’ οἰκεῖος γεγώς .